Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Το δηλητήριο της σύγκρισης

Ένας  σοφός δάσκαλος που περιπλανιόταν μοιράζοντας τη σοφία του, λόγια ανακούφισης και χάδια για την ψυχή—, ταξίδευε από πόλη σε πόλη με μια άμαξα που οδηγούσε ένας αμαξάς. Πάντα η ίδια άμαξα, πάντα ο ίδιος αμαξάς. 

Κάποια μέρα, στο δρόμο για μια μικροσκοπική πόλη στο εσωτερικό της χώρας, ο δάσκαλος αναστενάζει καταπονημένος, λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθως. Ο αμαξάς, που έχει μαζί του την οικειότητα που αποκτάς μετά από χρόνια κοινής ζωής, του λέει:

-«Τι σου συμβαίνει;»
-«Είμαι λίγο κουρασμένος» αποκρίνεται με ειλικρίνεια ο δάσκαλος, καθώς πάνε κάμποσοι μήνες που δεν έχει σταθεί να ξεκουράσει τα κοκαλάκια του.
-«Εσύ, κουρασμένος;» του φωνάζει ο αμαξάς «Σα δεν ντρέπεσαι! Είσαι ξεδιάντροπος! Εγώ θα έπρεπε να είμαι κουρασμένος, που όλη τη μέρα οδηγάω την άμαξα και σε κουβαλάω! Εσύ γιατί να είσαι κουρασμένος, που κάθεσαι εκεί με τις ανέσεις σου, φτάνεις στα χωριά και το μόνο που κάνεις είναι να κουβεντιάζεις με τον κόσμο, να τρως τα πιο νόστιμα φρούτα και να πίνεις το πιο δροσερό νερό; Κουρασμένος εσύ; Εγώ θα έπρεπε να παραπονιέμαι, που πρέπει να παλεύω όλη τη μέρα μ’αυτά τα άλογα, που πρέπει σε κάθε χωριό να φροντίζω να τα ταΐσω και να τακτοποιώ την άμαξα ενώ ο κόσμος σε χειροκροτάει, σου στρώνει κόκκινα χαλιά και σου πετάει ροδοπέταλα όταν περνάς! Εγώ είμαι ο μόνος που θα έπρεπε να είμαι κουρασμένος!!!»

Τότε, ο δάσκαλος του λέει:
-«Μα, είναι πράγματι τόσο εξαντλητικό για σένα;»
-«Βεβαίως και είναι εξαντλητικό! Εσύ τι νομίζεις;»
-«Ωστόσο, εμένα μου φαίνεται... δηλαδή... κάθε φορά που θέλω να βρω την ευκαιρία να ξεκουραστώ, φαντάζομαι πόσο ωραία θα ήταν να οδηγούσα την άμαξά μου σ ένα δρόμο, από χωριό σε χωριό, χωρίς βιάση...»
-«Μάλιστα! Τώρα μου κάνεις και πλάκα! Είναι εύκολο να το λες όταν είσαι εκεί καθισμένος! Αν ήσουν εδώ, όμως, στη θέση μου, δε θα έλεγες το ίδιο...»
-«Αλήθεια νομίζεις ότι εδώ είμαι πιο καλά απ’ό,τι εσύ εκεί;»
-«Φυσικά και είσαι καλύτερα! Και τι δε θα ’δινα να ήμουν στη θέση σου!»
-«Εντάξει» λέει ο δάσκαλος. «Νομίζω ότι έχουμε μια ευκαιρία να κάνουμε και οι δυο το κέφι μας.»
-«Τι εννοείς;» ρώτησε ο αμαξάς, ενώ προσπαθούσε να καταλάβει αν ο δάσκαλος τον ειρωνευόταν.
-«Στο επόμενο χωριό δεν με γνωρίζει κανένας· ποτέ δεν έχουν δει το πρόσωπό μου. Έτσι... αν αλλάξουμε ρούχα μπορούμε να μπούμε στο χωριό και να είσαι εσύ ο δάσκαλος κι εγώ ο αμαξάς... 

Εγώ θα έχω τη χαρά να οδηγήσω την άμαξα κι εσύ να γίνεις ένας δάσκαλος.»
-«Μη με βάζεις σε πειρασμό» είπε ο αμαξάς, «γιατί θα δεχτώ!»
-«Σταμάτα την άμαξα!» πρόσταξε ο δάσκαλος.
Σταμάτησαν την άμαξα στην άκρη του δρόμου κι άλλαξαν ρούχα. Ο αμαξάς έδωσε στο δάσκαλο το σακάκι και το καμουτσίκι του, κι ο δάσκαλος έδωσε στον αμαξά την τήβεννο και τη θέση του στην άμαξα.

Ο δάσκαλος, ντυμένος αμαξάς, ανέβηκε στο κάθισμα του οδηγού, κι ο αμαξάς, ντυμένος δάσκαλος, κάθισε στην άμαξα. Κι έτσι συνέχισαν το δρόμο τους προς το επόμενο χωριό.

Μόλις μπήκαν στον οικισμό, ο κόσμος άρχισε να επευφημεί το πέρασμα της άμαξας με τον δάσκαλος που τόσο περίμεναν. Του πετούσαν ροδοπέταλα, φώναζαν το όνομά του, του έκαναν υποκλίσεις... Ο αμαξάς, με τα ρούχα του δάσκαλος, χαιρετούσε κουνώντας το χέρι πέρα-δώθε, με απέραντη απόλαυση. Ο κόσμος του χαμογελούσε, τον εξυμνούσε, τον χειροκροτούσε. Κι έτσι, μέσα σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές, έφτασαν στην κεντρική πλατεία. Μεγάλο πλήθος είχε συγκεντρωθεί εκεί για να τον υποδεχτεί. Όλοι χειροκρότησαν θερμά την άφιξη της άμαξας, κι όταν ο αμαξάς (ο αληθινός δάσκαλος) κατέβηκε για ν'ανοίξει την πόρτα στον ψεύτικο δάσκαλος, ο κόσμος ξέσπασε σε αλλόφρονες φωνές και ζητωκραυγές:
-«Ζήτω, ζήτω! Ήρθε ο δάσκαλος! Καλωσόρισες!»
Τότε ήρθε ο δήμαρχος του χωριού, του έβαλε στο κεφάλι ένα στεφάνι από λουλούδια και είπε:
-«Ευτυχώς που ήρθες! Σε περιμέναμε μες στην απελπισία!»
Ο αμαξάς, ντυμένος δάσκαλος, αποκρίθηκε:
-«Ναι... Κι εγώ ήθελα πολύ να έρθω... Πάμε να καθίσουμε και ν απολαύσουμε τη συνάντησή μας...»
-«Όχι, όχι! Δεν θα καθίσουμε καθόλου!» είπε ο δήμαρχος αποφασιστικά.«Αργότερα... Πρώτα, χρειαζόμαστε τα φωτεινά σου λόγια!»
-«Εντάξει... ευχαριστώ... αλλά ας φάμε πρώτα μερικά φρέσκα φρούτα... ας κουβεντιάσουμε... ας ξεκουραστούμε λίγο...»
-«Ναι, ναι... Μετά... Σε λίγο. Μα προτού ξεκουραστούμε έχουμε πολύ επείγουσες υποθέσεις να λύσουμε!»
-«Όχι... όχι. Το πιο επείγον για μένα είναι να καθίσω ανάμεσά σας και να ευχαριστηθώ με τους υπέροχους αυτούς ανθρώπους, το τόσο ευγενικό χωριό, τα φρούτα...»

Ο δήμαρχος τον έκοψε πριν τελειώσει τις φιλοφρονήσεις:
-«Μα... δεν καταλαβαίνεις; Τρεις εβδομάδες τώρα περιμένουμε με αγωνία να έρθεις γιατί έχουμε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα στο χωριό.»
-«Τι συμβαίνει;»
-«Ο Γιάννης πούλησε μια αγελάδα στον Πέτρο και ο Πέτρος είπε ότι θα πλήρωνε χτίζοντάς του έναν αχερώνα... όμως ο Πέτρος χτύπησε κι έσπασε το χέρι του. Έτσι δεν μπορεί να του χτίσει τον αχυρώνα. Κι ο Γιάννης θέλει να πληρωθεί, και ο Πέτρος του λέει πως πρέπει να περιμένει μέχρι να ξεπεράσει το πρόβλημα με το χέρι του για να χτίσει τον αχερώνα, αλλά ο Γιάννης λέει ότι δεν μπορεί να περιμένει, και ο Πέτρος επιμένει ότι αυτή ήταν η συμφωνία τους... Και το χωριό έχει χωριστεί στα δύο μ’ αυτό το θέμα, άλλοι παίρνουν το μέρος του ενός και άλλοι του αλλουνού. Κάθε βράδυ έχουμε πεντ-έξι τραυματίες στην ταβέρνα, και οι φρουροί δεν επαρκούν για να σταματήσουν τους καβγάδες στους δρόμους... Πριν από δύο εβδομάδες, όταν έμαθα ότι ερχόσουν, είπα: Σταματήστε! Σε λίγες μέρες θα έρθει ο δάσκαλος, αυτός θα μας δώσει τη λύση, αυτός ξέρει όλες τις απαντήσεις. Γι’ αυτό έχουμε τόση αγωνία. Καταλαβαίνεις; Ω! μεγάλε δάσκαλε των δασκάλων... Δώσε σε όλους μας μια απάντηση: Ποια είναι η λύση σ’ αυτό το πρόβλημα; Τι να κάνουμε σ’ αυτήν την υπόθεση;»

Ο δύστυχος αμαξάς είχε χλωμιάσει, γιατί δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι απάντηση έπρεπε να δώσει.
Μέσα σε μια στιγμή συνειδητοποίησε ότι να είσαι δάσκαλος δεν είναι μόνο να φοράς τα ρούχα του, ούτε να δέχεσαι επευφημίες. Ο αμαξάς κοίταξε τον αληθινό δάσκαλο που το διασκέδαζε χαμογελαστός ταΐζοντας άχυρο τα άλογα, και μετάνιωσε που είχε δεχτεί την αλλαγή των ρόλων.

Ο κόσμος, που περίμενε τα λόγια του, έλεγε:
-«Σε περιμέναμε γι’ αυτό! Δώσε μας την απάντηση, σε παρακαλούμε!»
Αν ταξιδεύεις τόσο κοντά σ’ έναν σοφό για τόσο πολύ καιρό, αυτό σε βοηθάει να βρίσκεις απαντήσεις, λένε στην Κίνα. Ο ψεύτικος δάσκαλος έμεινε λίγα δευτερόλεπτα συλλογισμένος, και μετά φώναξε:

-«Και για να λύσετε αυτό το προβληματάκι με περιμένατε τόσον καιρό; Τόσο κακό για μια απλή ανοησία; Αυτό είναι παιχνιδάκι, μπορεί να το απαντήσει... μέχρι και ο αμαξάς μου...»
Και με μεγαλοπρέπεια στράφηκε προς τον άνθρωπο που ήταν ντυμένος αμαξάς:
-«Εμπρός, αμαξά! Δείξ’ τους! Πες τους πώς μπορούν να λύσουν το πρόβλημα! Έλα, απάντησε, μη φοβάσαι...!

Αν το σκεφτείς πάρα πολύ, μπορεί και να βρεις λύση στο πρόβλημα όπου έμπλεξες από ανοησία, αν και βέβαια, θα ήταν καλύτερο να μην είχες μπλέξει καθόλου. Αν το σκεφτείς πάρα πολύ, όμως, μπορεί και ν’ αρχίζεις να δηλητηριάζεσαι στην ιδέα του πώς θα έπρεπε να ήταν τα πράγματα στην ιδέα της σύγκρισης - στην ιδέα του τι έχεις και τι δεν έχεις.

Εάν κάθε φορά που είμαι καλά σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είμαι καλύτερα, δηλητηριάζομαι.
Εάν την ώρα που τρώω τη μακαρονάδα μου, παρατηρώ πόσο μεγάλο είναι το πιάτο που σερβίρισαν στο γείτονά μου, δηλητηριάζομαι.
Εάν είμαι γιατρός, δικηγόρος ή μηχανικός και πιστεύω ότι αυτό μου δίνει επιπλέον προνόμια, δηλητηριάζομαι.
Εάν θεωρώ ότι, επειδή είμαι καλός πελάτης του καταστήματος, πρέπει να αφήσουν κάποιον άλλον για να εξυπηρετήσουν εμένα, δηλητηριάζομαι.
Εάν πιστεύω ότι η υποχρέωση ενός δημοσίου υπαλλήλου να μου φερθεί καλά οφείλεται στο ότι πληρώνω τους φόρους μου, δηλητηριάζομαι.
Εάν πιστεύω ότι είναι δίκαιο εγώ να μην πεινάσω ποτέ, επειδή κερδίζω τα αναγκαία χρήματα για ν’ αγοράζω την τροφή μου, δηλητηριάζομαι.
Εάν μερικές φορές πιστεύω ότι είμαι ο καλύτερος κι άλλοτε ότι είμαι ο χειρότερος, και τις δύο στιγμές, δηλητηριάζομαι.
Εάν κάποιες φορές σκέφτομαι ότι είμαι πιο πάνω ή πιο κάτω από κάποιον ή από κάτι, δηλητηριάζομαι.

Κάθε είδους ανταγωνισμός είναι προϊόν κάποιας τοξικής ουσίας, και καλό θα ήταν να αποφεύγουμε οτιδήποτε τοξικό για να προστατεύσουμε το σώμα μας, τη διάνοια και το πνεύμα μας.

Το δηλητήριο ονομάζεται συγκρίσεις, η δηλητηρίαση ονομάζεται διακρίσεις, η ασθένεια λέγεται ανταγωνισμός, και η έξη λέγεται εμμονή να κερδίζω.

Η αλληγορία της άμαξας

Ένα πρωινό ακούω μια γνώριμη φωνή να μου λέει: «Βγες έξω στο δρόμο, υπάρχει ένα δώρο για σένα».

Καταχαρούμενος, βγαίνω έξω και βλέπω το δώρο μου. Μια πανέμορφη άμαξα μπροστά στην πόρτα μου, από λουστραρισμένο ξύλο καρυδιάς, με μπρούντζινα χερούλια και φανάρια από λευκή πορσελάνη.

Όλα εξαιρετικής ποιότητας, πολύ κομψά, πολύ «chic». Ανοίγω την πορτούλα και μπαίνω στην άμαξα. Το μεγάλο ημικυκλικό κάθισμα με επένδυση από μπορντό βελούδο και τα κουρτινάκια από λευκή δαντέλα, δίνουν στην καμπίνα μια νότα βασιλικής μεγαλοπρέπειας.

Έχω την αίσθηση —αντιλαμβάνομαι απ” αυτά που βλέπω—, ότι σχεδιάστηκε αποκλειστικά για μένα. Έχει υπολογιστεί η απόσταση για τα πόδια, το μέγεθος του καθίσματος, το ύψος της οροφής… Όλα είναι πάρα πολύ άνετα κι έχει χώρο μόνο για μένα. Από τα παράθυρα βλέπω «το τοπίο»: δεξιά το σπίτι μου, αριστερά το σπίτι του γείτονά μου… Μουρμουρίζω: «Απίθανο δώρο! Αχ, τι ωραία!…» και κάθομαι λίγο να απολαύσω αυτήν την ωραία αίσθηση. Στο λεπτό, αρχίζω να βαριέμαι.

Η θέα από το παράθυρο είναι πάντα η ίδια. Αναρωτιέμαι: «Πόσον καιρό μπορεί κανείς να βλέπει τα ίδια πράγματα;» Και καταλήγω ότι το δώρο που μου έκαναν είναι τελείως άχρηστο. Ενώ εκφράζω το παράπονό μου μεγαλοφώνως, περνάει ο γείτονάς μου και μου λέει, σαν να διαβάζει τη σκέψη μου. «Δε νομίζεις ότι κάτι λείπει απ” αυτήν την άμαξα;»

Με απορία (τι να λείπει άραγε;) κοιτάζω τα χαλιά και την ταπετσαρία. «Λείπουν τα άλογα» μου λέει πριν προλάβω να τον ρωτήσω. Γι” αυτό βλέπω όλο τα ίδια —σκέφτομαι—, γι” αυτό νιώθω να βαριέμαι… «Καλά λες» απαντάω. Οπότε, πάω στο στάβλο του σταθμού, ζεύω στην άμαξα δύο άλογα κι ανεβαίνω πάλι επάνω. Από μέσα, φωνάζω: «Ίααα!» Και ξεκινάμε…

Η θέα τώρα είναι υπέροχη, καταπληκτική, το τοπίο που αλλάζει είναι μια διαρκής έκπληξη. Ωστόσο, σε λίγο νιώθω την άμαξα να τραντάζεται και βλέπω ένα ράγισμα στο πλάι. Φταίνε τα άλογα, που με πάνε από κακοτράχαλους δρόμους. Πέφτουν σε λακκούβες, σκαρφαλώνουν ανηφοριές, με οδηγούν σε γειτονιές περίεργες κι επικίνδυνες. Αντιλαμβάνομαι ότι εγώ δεν έχω κανέναν έλεγχο. Τα άλογα με πάνε όπου θέλουν.

Στην αρχή ήταν ωραία, τώρα όμως αισθάνομαι ότι το πράγμα έχει γίνει πολύ επικίνδυνο. Αρχίζω να φοβάμαι, αλλά ούτε αυτό μου προσφέρει κάτι. Εκείνη τη στιγμή, περνάει από δίπλα μου ο γείτονας με το αυτοκίνητό του. Του βάζω τις φωνές: «Ανάθεμά σε! Τι μου “κανες!» Κι εκείνος μου φωνάζει: «Χρειάζεσαι αμαξά!» «Άαα!» κάνω εγώ.

Με μεγάλη δυσκολία, με τη βοήθεια του γείτονα, συγκρατώ τα άλογα και αποφασίζω να προσλάβω αμαξά.

Λίγες μέρες μετά, αναλαμβάνει καθήκοντα. Ένας άνθρωπος πολύ τυπικός, προσεκτικός, με σοβαρή όψη, που φαίνεται να ξέρει καλά τη δουλειά του. Τώρα, μάλιστα. Είμαι έτοιμος να απολαύσω πραγματικά το δώρο μου. Ανεβαίνω στην άμαξα, τακτοποιούμαι στην καμπίνα, βγάζω το κεφάλι και λέω στον αμαξά πού θέλω να πάω.

Αυτός οδηγεί, αυτός ελέγχει την κατάσταση, αυτός αποφασίζει για τη σωστή ταχύτητα και επιλέγει την καλύτερη διαδρομή. Εγώ… Εγώ, απλώς, απολαμβάνω το ταξίδι. Αυτή η μικρή αλληγορία θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την ολιστική αντίληψη για τον άνθρωπο. Όταν ήρθαμε στον κόσμο, βγήκαμε από το «σπίτι» μας και βρήκαμε μπροστά μας ένα δώρο: το σώμα μας. Μια άμαξα που σχεδιάστηκε ειδικά για τον καθένα από μας.

Ένα όχημα ικανό να προσαρμόζεται στις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος, αλλά και να παραμένει απαράλλαχτο σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Λίγο μετά τη γέννηση, το σώμα μας κατέγραψε μια επιθυμία, μια ανάγκη, μια ενστικτώδη απαίτηση, και κινήθηκε.

Η άμαξα αυτή —το σώμα—, δεν θα είχε καμία χρησιμότητα χωρίς άλογα. Τα άλογα είναι οι επιθυμίες, οι ανάγκες, οι ενορμήσεις και τα συναισθήματα. Για ένα διάστημα, όλα πάνε καλά.

Κάποια στιγμή, όμως, συνειδητοποιούμε πως οι επιθυμίες αυτές μας οδηγούν σε δρόμους κάπως τολμηρούς — και καμιά φορά επικίνδυνους. Χρειάζεται, λοιπόν, να βάλουμε φρένο στις επιθυμίες μας. Τότε εμφανίζεται ο ρόλος του αμαξά: το μυαλό, η διάνοιά μας, η ικανότητά μας για λογική σκέψη.

Ο αμαξάς θα διαχειριστεί όσο καλύτερα γίνεται το πέρασμά μας από αυτή τη ζωή. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο καθένας από μας είναι, τουλάχιστον, οι τρεις αυτές προσωπικότητες που συνεργάζονται…

Εσύ θα φροντίσεις να υπάρχει αρμονία ανάμεσα σ” αυτά τα τρία μέρη και να μην παραμελήσεις κανέναν από αυτούς τους τρεις πρωταγωνιστές. Μην αφήσεις το κορμί σου να το παρασύρουν μόνο οι ορμές, τα συναισθήματα ή τα πάθη σου. Θα είναι φοβερά επικίνδυνο και μπορεί να αποβεί εις βάρος σου.

Μ” άλλα λόγια, χρειάζεσαι το μυαλό για να βάλεις κάποια τάξη στη ζωή σου. Ο αμαξάς χρειάζεται για να καθορίζει τον δρόμο, την πορεία. Τα άλογα είναι, όμως, αυτά που πραγματικά οδηγούν την άμαξα.

Μην επιτρέψεις στον αμαξά να τα παραμελεί. Έχουν ανάγκη από τροφή και προστασία, γιατί… τι θα έκανες χωρίς άλογα; Τι θα ήσουν αν είχες μόνο σώμα και μυαλό; Πώς θα ήταν η ζωή σου αν δεν είχες καμία επιθυμία; Θα ζούσες όπως αυτοί που περνάνε από τον κόσμο χωρίς να έχουν επαφή με τα συναισθήματά τους, αφήνοντας μόνο το μυαλό τους να οδηγεί την άμαξα.

Φυσικά, ούτε την άμαξα μπορείς να παραμελήσεις, γιατί πρέπει να κρατήσει για όλο το ταξίδι. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να την επισκευάζεις, να τη φροντίζεις, να τη λουστράρεις, να κάνεις δηλαδή ό,τι απαιτείται για τη συντήρησή της. Αν δεν την προσέχει κανείς, η άμαξα χαλάει, κι άμα χαλάσει η άμαξα, τελειώνει το ταξίδι.

Όταν λοιπόν είμαι σε θέση να τα ενσωματώσω όλα αυτά, όταν ξέρω ότι είμαι το σώμα μου, ο πονοκέφαλος και η πείνα μου, το κέφι, οι επιθυμίες και τα ένστικτά μου… ότι είμαι ακόμη οι στοχασμοί, ο νους που σκέφτεται και οι εμπειρίες μου… τότε είμαι έτοιμος να πορευτώ, με τα κατάλληλα εφόδια, τον δρόμο που σήμερα επιλέγω για μένα

O Bασιλιάς κι ο Μάγος (ένα διδακτικό παραμύθι)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που του άρεσε να θεωρεί τον εαυτό του ισχυρό και ήθελε όλοι γύρω του να τον θαυμάζουν για τη δύναμή του.

Καλεί μια μέρα τον σοφό της αυλής και τον ρωτάει αν υπάρχει άλλος στον κόσμο πιο ισχυρός απ’ αυτόν, και ο σοφός τού απαντά πως έχει ακούσει να λένε ότι στο χωριό ζει ένας μάγος που τη δύναμή του δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει: ξέρει τα μελλούμενα.

Ζεματίζεται απ’ τη ζήλια ο βασιλιάς και αρχίζει τις ερωτήσεις γι’ αυτόν τον μάγο.

Μια μέρα, επειδή είχε βαρεθεί πια ν’ ακούει πόσο δυνατός και αγαπητός ήταν ο μάγος, μηχανεύεται ένα σχέδιο: θα καλούσε τον μάγο σε δείπνο, και μπροστά σε ολόκληρη την αυλή, θα τον ρωτούσε πότε θα πέθαινε ο μάγος που είχε έρθει στο βασίλειό του. Τη στιγμή που θα απαντούσε θα τον σκότωνε ο ίδιος με το σπαθί του για ν’ αποδείξει πως ο μάγος έκανε λάθος στην πρόβλεψη του θανάτου του.

Έτσι, σ’ ένα βράδυ θα τέλειωναν όλα: και ο μάγος και ο μύθος για τη δύναμή του… Έρχεται η μέρα της γιορτής και, μετά το μεγαλοπρεπές δείπνο, ο βασιλιάς κάνει στο μάγο την κρίσιμη ερώτηση: -«Είναι σίγουρο ότι μπορείς να διαβάζεις το μέλλον;»
-«Λίγο» απαντάει ο μάγος.
-«Πότε θα πεθάνει ο μάγος του βασιλείου;» Ο μάγος χαμογελάει, τον κοιτάζει στα μάτια και λέει: -«Μια μέρα πριν από τον βασιλιά».

Μόλις ακούει αυτή την απάντηση ο βασιλιάς, όχι μόνο δεν τολμάει να τον σκοτώσει, αλλά, από φόβο μήπως του συμβεί κάτι, τον καλεί να έρθει να μείνει μαζί του στο παλάτι με τη δικαιολογία ότι χρειάζεται έναν σύμβουλο για τις σοβαρές βασιλικές υποθέσεις.

Το πρωί στέλνει ο βασιλιάς να φωνάξουν τον προσκεκλημένο του. Για να δικαιολογήσει την παραμονή του στο παλάτι, του κάνει μια ερώτηση και ο μάγος, που ήταν σοφός, του δίνει μια απάντηση σωστή, αποτελεσματική και δίκαιη. Ο βασιλιάς επαινεί τον φιλοξενούμενό του για την εξυπνάδα του και τον παρακαλεί να μείνει ακόμη μια μέρα, και μετά άλλη μία.

Κάθε μέρα, ο βασιλιάς περνάει αρκετό χρόνο συζητώντας με το μάγο, καταρχάς για να είναι σίγουρος ότι είναι σώος και αβλαβής, αλλά και για να του κάνει διάφορες ερωτήσεις. Αισθάνεται ότι οι συμβουλές του νέου του συμβούλου είναι τόσο εύστοχες που, χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνει, τις λαμβάνει υπόψη του σε όλες του τις αποφάσεις. Περνούν οι μήνες και τα χρόνια. Και όπως συμβαίνει πάντα, δίπλα σε κάποιον που ξέρει, αυτός που δεν ξέρει γίνεται πιο σοφός…

Έτσι, ο βασιλιάς γίνεται σιγά σιγά όλο και πιο δίκαιος και σωστός, και δεν αισθάνεται πια την ανάγκη να επιβεβαιώνει τη δύναμή του. Βασιλεύει με γενναιοφροσύνη και μεγαλοψυχία και ο λαός αρχίζει να τον αγαπάει. Τώρα πια δεν συμβουλεύεται τον μάγο για να εξακριβώνει ότι είναι καλά στην υγεία του αλλά πηγαίνει να τον βρει για να μάθει πραγματικά απ’ αυτόν. Και με τον καιρό, ο βασιλιάς κι ο μάγος γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Μέχρι που μια μέρα, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά από εκείνο το δείπνο, ο βασιλιάς θυμάται ότι ο μάγος, που τώρα τον θεωρεί τον καλύτερό του φίλο, ήταν τότε ο χειρότερος εχθρός του. Θυμάται και το κόλπο που είχε σκαρφιστεί για να τον βγάλει από τη μέση.

Επειδή δεν αντέχει να κρύβει αυτό το μυστικό, γιατί θα ένιωθε μεγάλος υποκριτής, μαζεύει το κουράγιο του, χτυπάει την πόρτα του μάγου και, με το που μπαίνει, του λέει: «Πρέπει να σου πω κάτι, καλέ μου φίλε, κάτι που μου βαραίνει την ψυχή». «Πες μου» του λέει ο μάγος, «αλάφρωσε την ψυχή σου». «Εκείνο το βράδυ, όταν σε προσκάλεσα σε δείπνο και σου έκανα την ερώτηση για τον θάνατό σου, η πρόθεσή μου δεν ήταν να μάθω το μέλλον· είχα σκοπό να σε σκοτώσω, όποια απάντηση κι αν μου έδινες. Ήθελα ο θάνατός σου να σε απομυθοποιήσει. Σε μισούσα γιατί όλοι σ’ αγαπούσαν… Αισθάνομαι τόση ντροπή…».

Τότε του λέει ο μάγος: «Άργησες πολύ να μου το πεις. Χαίρομαι, όμως, γιατί αυτό μου επιτρέπει να σου πω ότι το ήξερα ήδη. Ήταν τόσο εμφανής η πρόθεσή σου, που δεν χρειαζόταν κανείς να είναι μάντης για να καταλάβει τι είχες σκοπό να κάνεις… Ωστόσο, σαν δίκαιη ανταπόδοση για την ειλικρίνειά σου, πρέπει να σου ομολογήσω ότι κι εγώ σου είπα ψέματα.

Επινόησα εκείνη την τρελή ιστορία ότι ο θάνατός μου δήθεν θα συνέβαινε μια μέρα πριν από τον δικό σου για να σου δώσω ένα μάθημα που σήμερα είσαι πια σε θέση να κατανοήσεις: Ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο μισώντας και απορρίπτοντας πλευρές των άλλων, ακόμη και δικές μας, που θεωρούμε ανάξιες λόγου, απειλητικές και άχρηστες… Ωστόσο, αν δώσουμε στον εαυτό μας χρόνο να σκεφτεί, βλέπουμε πόσο πολύ μας κοστίζει να ζούμε χωρίς αυτά που απερίσκεπτα απορρίψαμε. Εμάς μας δένει η φιλία και η ζωή· και όχι ο θάνατος». Ο βασιλιάς και ο μάγος αγκαλιάζονται με πολλή χαρά γιατί είχαν την ευκαιρία να δημιουργήσουν αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους.

Ο μύθος λέει, ότι εκείνη ακριβώς τη νύχτα, κατά έναν μυστηριώδη τρόπο, πέθανε ο μάγος την ώρα που κοιμόταν και ο βασιλιάς, μόλις το έμαθε, έσκαψε με τα ίδια του τα χέρια έναν λάκκο στον κήπο, κάτω από το παράθυρό του, κι έμεινε εκεί να κλαίει δίπλα στο λάκκο, ώσπου εξαντλημένος από το κλάμα και τον πόνο, επέστρεψε στο διαμέρισμά του. Λέει ακόμα ο μύθος ότι αυτήν ακριβώς την νύχτα, εικοσιτέσσερις ώρες μετά τον θάνατο του μάγου, ο βασιλιάς… πέθανε στην κλίνη του ενώ κοιμόταν. Μπορεί από σύμπτωση… Μπορεί και από τη λύπη του… Μπορεί και για να βγει αληθινή η τελευταία προφητεία του μάγου.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Πρόσεξε την ψυχή σου… (μία διδακτική και ωφέλιμη ιστορία)

Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο κακό, πονηρό κι αχάριστο.

Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο.

Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί.

Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του.

Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.

«-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;», ρώτησε ο πατέρας.

«-Πατέρα μου και κύριέ μου», απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;».

«-Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου».

«-Πατέρα μου», απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;».

Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του: Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν».

Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:

«-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;».

«-Δεν πρόσεξα τίποτε».

«-Τι εννοείς, ‘τίποτε’;», τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα».

«-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά», είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου».

«-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου», είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς».

Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.

«Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε».

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Κάποτε θα φύγω....

Τι είναι αυτό που σε καθηλώνει σε ένα τόπο, σε μια σχέση, σε μια κατάσταση;

Είναι φόβος για το άγνωστο;
Για το μετά;
Είναι η καρδιά σου που είναι κολλημένη σε αυτά που ξέρεις, εκτιμάς και τιμάς;
Είναι που δε σου αρέσουν οι αλλαγές;
Μήπως είναι ότι ακόμα δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο;

Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να φύγουν, να απαλλαχτούν, να πάνε μακριά από όλα και όλους και όμως μένουν πάλι πίσω , μένουν πάντα εδώ.

Κάποτε άφησαν τους δούλους ελεύθερους και εκείνοι ξαναγύρισαν.

Είναι η σιγουριά που θέλουμε να έχουμε ζώντας σε γνωστά πλαίσια; Ή ακολουθούμε πιστά εκείνο που λέμε μοίρα. Κάποτε έλεγες θα φύγω μα έγινες δέντρο έβγαλες ρίζες που σε κρατούν γερά δεμένο εδώ, τα δε κλαδιά σου θέριεψαν, ξεπέρασαν τις στέγες των σπιτιών και είναι τα μόνα που βλέπουν μακριά. Ατενίζουν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και το μπλε βαθύ της θάλασσας.

Όλοι οι άνθρωποι θέλουν κάποια στιγμή να φύγουν από κάπου, να αλλάξουν τοπία, παραστάσεις, να αλλάξουν επάγγελμα, σπίτι, συνήθειες, ακόμα και τους ανθρώπους που έχουν δίπλα τους.

Κάποιοι όμως σε όλη τη διάρκεια της ζωή τους θέλουν να φύγουν και λένε συνέχεια: κάποτε θα φύγω.. και ονειρεύονται τη φυγή … ποτέ όμως δεν το κάνουν, απλά το λένε ίσως για να το πιστέψουν και οι ίδιοι, ίσως για να νιώσουν καλύτερα.

Βαρέθηκαν να ζουν νεκροί, στης απονιάς τον τόπο
Θέλουν να ανοίξουν τα φτερά, να βρουν καινούριο στόχο
Η μιζέρια τους κυριεύει, κάθε μέρα πιο πολύ
Και η θλίψη τους ποτίζει δηλητήριο την ψυχή
Η ζωή τους περιμένει κάπου αλλού σε άλλο τόπο
Και χαρά θα βρουν εκεί σίγουρα με κάποιο τρόπο.

Και όμως πάλι εδώ, για πάντα εδώ.. Κάποτε θα φύγω λένε..και φωτίζει το πρόσωπό τους. Κάποτε θα φύγω λένε… για να πάρουν δύναμη για να βγάλουν πέρα με τις δύσκολες καταστάσεις που περνάνε..Ναι έτσι είναι … κάποτε θα φύγουν… τότε όμως θα είναι η μοναδική φορά που θα θέλουν να μείνουν…

Πέρα από αυτό που νομίζουμε, από αυτό που ζητάμε απελπισμένα, πέρα από αυτό που λέμε ότι θέλουμε υπάρχει και μια άλλη αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές ζούμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να ζήσουμε. Η μεμψιμοιρία, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, μας διακατέχει !

Μοιρολογούμε λοιπόν για τη ζωή μας, θέλουμε να ξεφύγουμε από καταστάσεις και όμως πώς να ξεφύγουμε από τα θέλω μας, από τον ίδιο τον εαυτό μας; Γιατί πραγματικά δεν υπάρχει δε μπορώ αλλά δε θέλω. Αναβάλουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι. Έτσι και εδώ, γιατί όποιος θέλει δε λέει κάποτε αλλά τώρα! Και δεν το λέει απλά και μόνο αλλά το πράττει κιόλας.

Αν θέλεις πραγματικά να φύγεις, μη λες κάποτε θα φύγω, άνοιξε τα φτερά και πέτα εκεί που θες.

Τώρα δεν είσαι δέντρο πια, τώρα δε βλέπουν μόνο τα κλαδιά σου τη θάλασσα και τον ουρανό αλλά ΕΣΥ!

Τώρα δεν έχεις ρίζες παρά μόνο φτερά, τώρα πετάς ελεύθερα και μακριά από όλα και όλους. Επιθύμησε το αυτό που λες ανύπαρχτο.

Η χειρότερη μορφή δουλείας είναι εκείνη στον ίδιο μας τον εαυτό. Στα πραγματικά μας θέλω που εμείς οι ίδιοι δεν τα πραγματοποιούμε και τα καταπιέζουμε στα βάθη της ψυχής μας. Είμαστε αλυσοδεμένοι σε αυτό που λέμε ότι λέμε ότι δε μπορούμε να ξεφύγουμε, σε αυτό που λέμε ανύπαρχτο.

Μη λες λοιπόν κάποτε θα φύγω… και πας να το ονειρευτείς… μόνο φύγε!
Φύγε τώρα!
Δώσε στο όνειρο σου σάρκα και οστά.

Ζήσε το όνειρο.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Σταμάτα να φοβάσαι τον θάνατο....

Ο θάνατος μπορεί να γίνει ο μεγαλύτερος σύμμαχος της ζωής μας. Ο πιο πιστός μας φίλος και ο καλύτερος δάσκαλος μας. Στην πραγματικότητα ο μόνος τρόπος να δεχτεί κανείς τη ζωή είναι να δεχτεί τον ίδιο τον θάνατο. Ο θάνατος μας διδάσκει πως υπάρχει ένα όριο.

Μας λέει ότι πρέπει να ζήσουμε τη ζωή τώρα, αυτή τη στιγμή. Ότι δεν έχει σημασία η ποσότητα του χρόνου που ζούμε αλλά η ποιότητα. Ότι η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών που παίρνουμε, αλλά από τις στιγμές που κρατάμε την αναπνοή μας. Μας φωνάζει να χαρούμε το σήμερα.

Συνήθως θεωρούμε ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Η ζωή και ο θάνατος όμως είναι οι δυο πόλοι της ίδιας ενέργειας, του ίδιου φαινόμενου, όπως είναι ο χειμώνας και το καλοκαίρι, η μέρα και η νύχτα. Δεν είναι αντίθετα αλλά συμπληρωματικά.

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής αλλά η κορύφωση της. Μας βοηθάει να αντιληφθούμε πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος μας ώστε να τον αξιοποιήσουμε, για να προλάβουμε να αναπτυχθούμε και να ολοκληρωθούμε.

Ο φόβος του θανάτου είναι ουσιαστικά ο φόβος του ανεκπλήρωτου. «Νιώθω ότι έχω αγαπήσει κι έχω αγαπηθεί τόσο πολύ σ’ αυτή τη ζωή, που δε φοβάμαι να πεθάνω» μου είπε κάποτε μια φίλη μου.

Είναι τόσο απλά τα πράγματα. Δε φοβόμαστε τον θάνατο αλλά τη ζωή που δε προλάβαμε να ζήσουμε. Αρπαζόμαστε από τη ζωή, γιατί η ζωή μας είναι ανεκπλήρωτη, γιατί η ζωή μας είναι άδεια. Και για να την γεμίσουμε προσκολλιόμαστε σε εφήμερα πράγματα, σε αντικείμενα, σε ανθρώπους και σε μελλοντικές επιθυμίες και δε ζούμε το σήμερα. Όλα αυτά όμως μπορεί να τα χάσουμε και οι επιθυμίες μας μπορεί να μείνουν ανεκπλήρωτες, με αποτέλεσμα να ζούμε μέσα στην απελπισία.

Ποιος είναι αυτός που μέσα σου φοβάται τον θάνατο;
Η ζωή; Αδύνατον! Πως είναι δυνατόν να φοβάται η ζωή την ίδια την διαδικασία ολοκλήρωσής της ;

Το εγώ είναι που φοβάται μέσα σου. Η ζωή και ο θάνατος δεν είναι αντίθετα. Το εγώ και ο θάνατος είναι αντίθετα. Το εγώ και η ζωή είναι αντίθετα. Το εγώ φοβάται να ζήσει και το εγώ φοβάται και να πεθάνει. Φοβάται να ζήσει επειδή κάθε προσπάθεια, κάθε βήμα προς τη ζωή, φέρνει το εγώ πιο κοντά στο θάνατο.

Ο θάνατος μας προτρέπει, οτιδήποτε καλό μπορούμε να κάνουμε, ό,τι καλοσύνη μπορούμε να προσφέρουμε σε κάποιον να την προσφέρουμε τώρα. Να μην την αναβάλλουμε γιατί δε ξέρουμε αν θα μας δοθεί άλλη ευκαιρία.
«Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.» έγραψε ο Μάρκες στο τελευταίο στάδιο της ζωής του, άρρωστος από βαριά μορφή λευχαιμίας.

Ο θάνατος μας διδάσκει πως όλα τα πράγματα είναι παροδικά. Όλα πεθαίνουν. Αυτό ισχύει για τη φύση όπως και για την ανθρώπινη ζωή. Όταν το λουλούδι έχει ανοίξει τα πέταλα του, όταν έχει στείλει το άρωμα του ως της πιο μακρινές γωνιές της ύπαρξης, έχει χαρεί την κάθε στιγμή, έχει δει τον ήλιο να ανατέλλει, έχει ζήσει τη ζωή, έρχεται η πλήρωση το δειλινό και το λουλούδι είναι έτοιμο να αναπαυτεί. Χωρίς άγχος, χωρίς κλάματα, χωρίς να προσπαθεί να αρπαχτεί για να ξεφύγει.

Αν θέλεις στα αλήθεια να σκοτώσεις το θάνατο, αποδέξου τον. Αποδέξου τον ολοκληρωτικά. Και μέσα σ’ αυτή την αποδοχή ο θάνατος εξαφανίζεται, επειδή δεν πεθαίνεις ποτέ στ’ αλήθεια. Μόνο το εγώ πεθαίνει. Αν αποδέχεσαι τον θάνατο ολοκληρωτικά τότε απαρνιέσαι το εγώ. Έτσι δε μένει τίποτα για να κάνει ο θάνατος. Κάνεις εσύ τη δουλειά του.

Τι μπορεί να σου πάρει ο θάνατος ;
Θα πάρει τα χρήματά σου, θα σου πάρει τη γυναίκα, θα σου πάρει τον άνδρα, θα σου πάρει τις σχέσεις σου, θα σου πάρει τον κόσμο σου. Μην προσκολλάσαι σε τίποτα από αυτά. Τότε τι θα έχει μείνει στο θάνατο για να σου πάρει; Θα σου πάρει το εγώ, την ταυτότητα του εαυτού σου, την ιδέα ότι «υπάρχω σαν ξεχωριστή οντότητα». Αυτό θα σου πάρει.

Μπορείς να το διαλύσεις. Πάρε τη συνειδητή, την εθελοντική απόφαση ότι «θα διαλύσω το εγώ, θα ξεκολλήσω από αυτό.»

Αν ξεκολλήσεις από το εγώ, τότε τι μένει; Έχεις ήδη πεθάνει. Και μόνο εκείνοι που έχουν ήδη πεθάνει νικούν τον θάνατο και φτάνουν στην αφθονία της ζωής.

Κανείς μας δε γνωρίζει, πόσο μακρινή ή κοντινή είναι η ώρα που, όπως το μικρό φύλλο του παραμυθιού, θα εγκαταλείψουμε το δέντρο της ζωής.

Η Φύση μας διδάσκει, πως όλα τα πράγματα πρέπει να περάσουν και όλα θα επιστρέψουν.

Μας λέει πως κάθε νέα αρχή μας φέρνει πλησιέστερα σε ένα τέλος και πως κάθε ελεγεία έχει μέσα της την ηχώ και την υπόσχεση μιας μελλοντικής γιορτής.

Μας θυμίζει
  • Πως η αγάπη που φαίνεται τώρα παντοτινή, μπορεί γρήγορα να γίνει μια μακρινή ανάμνηση. 
  • Πως τα βάσανα είναι αναπόφευκτα και πως μέσα στο αναπόφευκτο βρίσκεται η σταθερότητα που απαλύνει τον πόνο του μαρτυρίου. 
  • Πως αγαπάμε και φροντίζουμε τα λουλούδια πιο πολύ από τα αειθαλή φυλλώματα, ακριβώς επειδή τα πρώτα δε διαρκούν. 
Γι’ αυτό ας θυμόμαστε πως το αύριο είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μας και το πώς να ζει και να πεθαίνει κανείς είναι μια τέχνη και σαν τέτοια προϋποθέτει χάρισμα αλλά και άσκηση.

Το μυστήριο του θανάτου θα μπορέσει να εξιχνιαστεί όταν ζήσουμε επιτέλους τα χρόνια που μας έχουν δοθεί, αλλά με τέτοια ποιότητα, που δεν θα ντροπιάζει τον άνθρωπο αλλά που θα μπορεί να τη δείχνει με καμάρι όσο καιρό υπάρχει. Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ήρθαμε στον κόσμο με μια αποστολή που πρέπει να φέρουμε σε πέρας με χαρά και υπερηφάνεια. Πως είμαστε συναγωνιστές του Θεού στην παραπέρα διαμόρφωση του κόσμου και της ζωής, και αυτό τον προορισμό πρέπει να εκτελούμε με ειρήνη στην ψυχή και με ευγνωμοσύνη. Όταν τέλος συνειδητοποιήσουμε πως όλα έχουν ένα τέλος σ’ αυτή τη ζωή. Και γι’ αυτό, πριν έρθει αυτό το τέλος της ζωής μας, ας φροντίσουμε να δώσουμε στη λέξη τέλος το πραγματικό νόημα της, που σημαίνει σκοπός. Και άλλο σκοπό δεν μπορώ να δω, από τη συνεχή προσπάθεια να γίνουμε και να παραμείνουμε άνθρωποι, έστω κι αν μια ζωή δεν είναι αρκετή για να το πετύχουμε.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Κόλαση και Παράδεισος (Μια διδακτική ιστορία)

Κάποιος μαθητής ρώτησε τον δάσκαλο του:
 -«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Παράδεισο και στην Κόλαση;» 

Ο δάσκαλος του απάντησε: 
- «Πολύ μικρή κι ωστόσο, έχει μεγάλες συνέπειες. Έλα να σου δείξω την Κόλαση».

Μπήκαν σε ένα δωμάτιο, όπου μια ομάδα ανθρώπων καθόταν γύρω από μια μεγάλη χύτρα με ρύζι. Όλοι ήταν πεινασμένοι και απελπισμένοι καθένας είχε από ένα κουτάλι που το κρατούσε από την άκρη με προσοχή κι έφτανε ως τη χύτρα. Κάθε κουτάλι, όμως, είχε τόσο μακρύ χερούλι, που δεν μπορούσαν να το φέρουν στο στόμα. Η απελπισία και η ταλαιπωρία ήταν φοβερή. 

-«Έλα» είπε ο δάσκαλος λίγο μετά. «Τώρα θα σου δείξω τον Παράδεισο».

Μπήκαν σε ένα άλλο δωμάτιο, πανομοιότυπο με το πρώτο,υπήρχε η χύτρα του ρυζιού, η ομάδα ανθρώπων, τα ίδια μακριά κουτάλια, όμως εκεί όλοι ήταν ευτυχισμένοι και χορτάτοι.

-«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο μαθητής. «Γιατί είναι τόσο ευτυχισμένοι εδώ ενώ στο άλλο δωμάτιο είναι τόσο δυστυχισμένοι, τη στιγμή που όλα είναι ίδια;»
- «Δεν το κατάλαβες;», χαμογέλασε ο δάσκαλος. «Καθώς τα κουτάλια έχουν μακριά χερούλια και δεν μπορούν να φέρνουν το φαγητό στο στόμα τους, εδώ έμαθαν όλοι να ταΐζουν ο ένας τον άλλον!!!

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Ευλογία ή συμφορά; (Μια διδακτική και ωφέλιμη ιστορία)

Ζούσε κάποτε, σε μια μικρή καλύβα έξω από ένα χωριό, ένας γέρος  ξυλοκόπος κι ο νεαρός γιος του.

Κάθε μέρα, ξυπνούσαν με την αυγή και πήγαιναν στο δάσος για να κόψουν ξύλα.

Αργά το απόγευμα, τα φόρτωναν σε ένα κάρο και τα κουβαλούσαν στο χωριό όπου τα πουλούσαν για μερικά νομίσματα.

Ο γέρος είχε στη ζωή του μονάχα ένα ξεχωριστό και αγαπημένο πράγμα: ένα πανέμορφο άλογο που τραβούσε το κάρο του. Το ζώο ήταν τόσο εντυπωσιακό, ώστε οι φήμες για τη δύναμη και την ομορφιά του είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρο το βασίλειο.

Κάποια μέρα, ένας πρίγκηπας ήρθε στο χωριό αναζητώντας το θρυλικό ζώο. Όταν ο γερο-ξυλοκόπος έφτασε οδηγώντας το κάρο, ο πρίγκηπας εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ ώστε προσπάθησε να αγοράσει το άλογο προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο γέρος, όμως, απάντησε ευγενικά πως δεν είχε καμία διάθεση να πουλήσει το αγαπημένο του ζώο. Ευχαριστώντας τον πρίγκηπα για τη γενναιόδωρη προσφορά του, άφησε το χωριό και επέστρεψε στο σπίτι του.

Οι χωριάτες έκριναν πως ο ξυλοκόπος ήταν ηλίθιος, αφού με τα χρήματα του πρίγκηπα αυτός κι ο γιος του θα μπορούσαν να ζήσουν άνετα για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.

Μερικές βδομάδες αργότερα, ο γέρος κι ο γιος του ξύπνησαν μια μέρα και ανακάλυψαν πως το άλογο είχε εξαφανιστεί. Αναγκάστηκαν να σύρουν το κάρο μέχρι το χωριό με τα πόδια. Όταν οι χωριάτες τους είδαν άρχισαν να κοροϊδεύουν λέγοντας: «Τα είδες, γέρο; Είχαμε δίκιο. Ήσουν ηλίθιος που δεν πήρες τα λεφτά του πρίγκηπα, επειδή με αυτή τη συμφορά που σου έτυχε, δεν έχεις πια ούτε λεφτά, ούτε άλογο». «Δεν ξέρω αν πρόκειται για συμφορά» είπε ο γέρος. «Ξέρω μονάχα πως το άλογό μου εξαφανίστηκε». «Τι μας λες τώρα; Αν δεν είναι αυτό συμφορά, τότε ποιό είναι;» Ο γέρος απλώς σήκωσε τους ώμους και γύρισε στην καλύβα με το γιο του.

Πέρασαν κάμποσες μέρες, ώσπου ένα πρωί, την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος, ο γέρος κοίταξε έξω από την πόρτα του και είδε με έκπληξη πως το άλογό του είχε επιστρέψει φέρνοντας μαζί του δέκα πανέμορφες άγριες φοράδες. Μαθαίνοντας τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στον ξυλοκόπο λέγοντας: «Γέρο, τελικά είχες δίκιο. Δεν ήταν ατυχία που έχασες το άλογό σου, αλλά μεγάλο καλό! Τώρα έχεις αρκετά άλογα που μπορείς να πουλήσεις!» Δεν ξέρω αν είναι καλό που απόκτησα τόσα άλογα», απάντησε ο γέρος. «Το μόνο που ξέρω είναι ότι χαίρομαι επειδή το άλογό μου ξαναγύρισε». «Ασφαλώς και είναι καλό», είπαν οι χωριάτες. «Πώς μπορείς να είσαι τόσο βλάκας;» Ξανά ο γέρος γύρισε την πλάτη του αφήνοντάς τους να σχολιάζουν.

Μια εβδομάδα μετά την επανεμφάνιση του αλόγου, ο γιος του γέρου έπεσε από μια φοράδα που προσπαθούσε να ημερέψει και τραυματίστηκε βαριά. Μόλις έμαθαν τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στην καλύβα. «Γέρο», του είπαν, «Πάλι είχες δίκιο. Ήταν μεγάλη ατυχία που το άλογό σου έφερε μαζί του τις άγριες φοράδες. Τώρα ο γιος σου θα μείνει όλη του τη ζωή σακάτης και δε θα μπορεί να σε βοηθήσει στη δουλειά». «Δεν ξέρω αν είναι ατυχία», απάντησε ο γέρος. «Ξέρω μόνο πως ο γιος μου χτυπήθηκε βαριά. Ποιός ξέρει τι μπορεί να βγει από κάτι τέτοιο;» Όμως οι χωριάτες συνέχιζαν να επιμένουν πως ήταν φοβερή ατυχία.

Αρκετούς μήνες αργότερα, στην χώρα που ζούσαν ξέσπασε πόλεμος. Ο στρατός ήρθε στο χωριό και μάζεψε όλους τους νεαρούς που μπορούσαν να πολεμήσουν. Όλους, εκτός από έναν… Άφησαν πίσω το γιο του ξυλοκόπου που κούτσαινε και δεν μπορούσε φυσικά να γίνει στρατιώτης. Οι χωριάτες πήγαν και πάλι να βρουν το γέρο με δάκρυα στα μάτια. «Γέρο, πάλι είχες δίκιο», του είπαν. «Δεν ήταν ατυχία που ο γιος σου έπεσε και χτύπησε. Ήσουν πολύ τυχερός, επειδή τώρα θα τον έχεις κοντά σου, ενώ οι πιο πολλοί από τους δικούς μας γιους θα σκοτωθούν στον πόλεμο και δεν πρόκειται να τους ξαναδούμε». «Δε θα μάθετε λοιπόν ποτέ, συγχωριανοί μου;», τους είπε ο γέρος με μια βαθιά συμπόνια στη φωνή του. «Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν ένα πράγμα είναι ευλογία ή συμφορά. Αυτό μόνο ο Θεός το γνωρίζει».