Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Γιατί Θεέ μου;

Με αφορμή τη φοβερή καταστροφή που συνέβη στη Νοτιανατολική Ασία
Πρεσβυτέρου Βασιλείου Σπηλιοπούλου

   Ηερώτηση αυτή είναι ίσως η πιο συνηθισμένη και η πιο συχνή που ακούγεται πάνω σ' αυτήν εδώ την γη.  Σχεδόν καθημερινά οι περισσότεροι άνθρωποι εκφράζουν την απορία αυτή είτε κάτω από την επήρεια μιας προσωπικής δύσκολης θέσεως, είτε αντικρύζοντας τις μεγάλες καταστροφές, που προκαλεί ο άνθρωπος η τις μεγάλες φυσικές καταστροφές που έχει συνηθίσει να ονομάζει "θεομηνίες".

Προσφάτως π.χ συγκλονίστηκε η κοινή γνώμη βλέποντας από τους δέκτες των τηλεοράσεων η μαθαίνοντας με οποινδήποτε άλλο τρόπο τη μεγάλη καταστροφή που προκάλεσαν τα Τσουνάμι στις περιοχές της ΝΑ Ασίας.  Και το ερώτημα επανήλθε : "γιατί Θεέ μου τέτοια καταστροφή;"  Είναι όμως σωστός ο παραλήπτης του ερωτήματος;  Είναι όντως ο Θεός ο αίτιος των κακών;  Θα απαντήσουμε στο ερώτημα με την βοήθεια του Μεγάλου Βασιλείου ο οποίος σε κάποια από τις ομιλίες του διαπραγματεύεται αυτό ακριβώς το θέμα, το αν δηλαδή και κατά πόσο είναι αίτιος των κακών ο Θεός, αλλά και τι τελικά είναι, η τι δεν είναι, κακό.

Λέγει, λοιπόν ο άγιος ότι οι άθεοι αμέσως μόλις συναντήσουν κάποια δυσκολία αποφαίνονται ότι δεν υπάρχει Θεός.  Το ίδιο όμως κάνουν, συνεχίζει, όσοι θεωρούν ότι ο Θεός είναι αίτιος των κακών και η αμαρτία τους είναι παραπλήσια, είναι άρνησις της αγαθότητος του Θεού, άρα είναι άρνησις του Θεού.  Και ξεκινώντας ο άγιος την αντίκρουση της θέσεως ότι ο Θεός είναι ο αίτιος των κακών, μας λέει ότι πρέπει πάντα να έχουμε κατά νουν ότι ούτε μπορούμε να πάθουμε κάτι αν ο Θεός δεν επιτρέψει, ούτε, όμως από αυτά που υποφέρουμε κατά παραχώρησιν Θεού είναι κάτι βλαβερό για την ψυχή.  Ο θάνατος π.χ. προέρχεται βέβαια από το Θεό δεν είναι όμως κακός αυτός καθ' εαυτός εκτός εάν πρόκειται για το θάνατο κάποιου αμαρτωλού ο οποίος όμως ευθύνεται ο ίδιος για τον κακό θάνατο αφού έτσι επέλεξε να ζήσει σ' αυτήν εδώ την ζωή, βουτηγμένος δηλαδή στην αμαρτία και μακρυά από το Θεό.

Το κακό, λοιπόν, νοείται είτε κατά την προσωπική μας αντίληψη - όπως ο θάνατος, που στην πραγματικότητα δεν είναι κακό - είτε κατά τη φύση του, το οποίο όμως εξαρτάται από εμάς και για το οποίο ευθυνόμαστε εμείς - όπως είναι τα διάφορα πάθη - είτε ως ό,τι μας προκαλεί πόνο και θλίψη, το οποίο όμως δίνει ο Θεός προς ωφέλεια της ψυχής και προς σωτηρίαν - όπως είναι οι διάφορες αρρώστιες και οι πειρασμοί.

Ο Θεός, λοιπόν, είναι σαν το γιατρό που χρειάζεται πολλές φορές να πονέσει τον ασθενή για να τον θεραπεύσει και μάλιστα επί πληρωμή.  Δεν είναι υπεύθυνος ο γιατρός για τον πόνο που προκαλεί η θεραπεία, όπως δεν είναι υπεύθυνος ο Θεός για τις σκληρές τιμωρίες που επέρχονται σε ολόκληρες πόλεις προκειμένου να παραδειγματισθούν οι επιζώντες.  Το ίδιο συνέβη και με τα Σόδομα, αλλά το ίδιο και με τη ΝΑ Ασία, την πρωτεύουσα της παιδεραστίας, όπως είναι τοις πάσι γνωστό.  Πόσο θα μπορούσε να ανεχθεί ο Θεός μια τέτοια κατάσταση όταν χιλιάδες αθώων παιδιών μαρτυρούσαν καθημερινά και εξευτελίζονταν και όταν εκατομμύρια ανθρώπων απ' όλον τον κόσμο έσπευδαν στην περιοχή για να ικανοποιήσουν το φοβερό πάθος τους η και για να εμπορευθούν το πάθος των άλλων;  Ποια ωφέλεια θα υπήρχε αν ο Θεός συνέχιζε να ανέχεται αφού δεν υπήρχε μετάνοια;  Απολύτως καμία. 

Συνεπώς, το κυρίως κακό είναι μόνον η αμαρτία η οποία εξαρτάται από την βούληση μας και την κακή η καλή χρήση του αυτεξουσίου με το οποίο μας προίκισε ο Θεός και για την οποία ουδεμία ευθύνη φέρει ο Θεός..  Από τα υπόλοιπα δε "κακά", από τους πειρασμούς δηλαδή, που ο Θεός επιτρέπει να έρθουν στη ζωή μας, άλλα δίδονται για να μας δοκιμάζουν και να μας δυναμώνουν, όπως συνέβη με τον πολύαθλο Ιώβ, άλλα για να θεραπευθούν οι αμαρτίες, όπως συνέβη στον Δαυίδ που ερημώθη ο βασιλικός οίκος, και άλλα για σωφρονισμό κυρίως των "προς αμαρτίαν ευολισθήτων", όπως συνέβη με τους Δαθάν καίΑβειρών η τιμωρία των οποίων παραδειγμάτισε τους υπολοίπους.  Συμπερασματικά, λοιπόν, κακό είναι η αμαρτία που οδηγεί στην αιώνια κόλαση, στην πραγματική καταστροφή, ενώ όσα θεωρούμε κακά διότι μας πονούν έχουν "αγαθού δύναμιν".

Στη συνέχεια ο άγιος πατήρ "κορυφώνει" την ομιλία του διατυπώνοντας την Πίστη της Εκκλησίας ότι ο Θεός δεν είναι δημιουργός του κακού αφού το κακό είναι ανύπαρκτο.  "Στέρησις γαρ αγαθού εστι το κακό", λέγει ο άγιος πατήρ, επεξηγώντας ότι με το κακό συμβαίνει ότι και με την τύφλωση.  Ενώ, δηλαδή, υπάρχει το μάτι από κάποια αιτία αρρωσταίνει και παύει να θεωρεί το φως.  Το ίδιο συμβαίνει και με την αμαρτία: είναι μια αναπηρία της ψυχής, δεν είναι υγιής κατάσταση.  Άρα το κακό δεν είναι υπαρκτό αλλά δημιουργείται όταν υποχωρήσει το αγαθό όπως ακριβώς το σκοτάδι είναι η έλλειψις του φωτός και είναι άνευ ιδίας ουσίας.   Το κακό δεν δημιουργήθηκε μαζί με τα άλλα ποιήματα αφού δε θα μπορούσε άλλωστε η Αγαθότητα να γεννήσει κακία.

Παρά ταύτα το κακό υπάρχει μέσα στον κόσμο και το αντιλαμβανόμαστε έντονα. Κανείς δε μπορεί να αρνηθεί την αλήθεια αυτή.  Από που όμως και πώςυπάρχει το κακό; Και ο Μέγας Βασίλειος πολύ σοφά απαντά στο ρητορικό ερώτημα που ο ίδιος θέτει, ότι γι’ αυτό πρέπει να αναρωτηθούν  όσοι λένε ότι οΘεός είναι αίτιος των κακών επειδή υπάρχουν αρρώστιες και δυστυχίες.  Ο Θεός έπλασε τα πάντα "καλά λίαν", τέλεια και αρτιμελή και έχασαν την υγεία τους "η δια πονηράν δίαιταν η δι' ησδηποτούν νοσοποιού αιτίας", δηλαδή είτε λόγω κακής διατροφής η λόγω οποιασδήποτε άλλης νοσοποιού αιτίας.  Έτσι ο Θεός έπλασε σώμα υγιές και όχι άρρωστο.  Παρομοίως ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να παραμείνει αθάνατος και αγαθός, του έδωσε όμως και την ελευθερία να επιλέξει, και ακριβώς η κακή χρήση της ελευθερίας και η κακή επιλογή οδήγησε στο θάνατο που δεν είναι παρά η στέρησις της ζωής.  Μά, θα πεί κάποιος, (και όντως το ακούμε καθημερινώς) γιατί ο Θεός δεν μας έπλασε αναμαρτήτους κατά την φύση ώστε να μη μπορούμε να αμαρτήσουμε;  Διότι, απαντά ο άγιος Βασίλειος, όπως και εσύ θεωρείς φίλους σου τους δούλους σου όχι όταν τους κρατάς δεσμίους αλλ' όταν εκουσίως εκτελούν τις εντολές  σου έτσι και ο Θεός "ου το ηναγκασμένον φίλον αλλά το εξ' αρετής κατορθούμενον.  Αρετή δε εκ προαιρέσεως και ουκ εξ' ανάγκης γίνεται".

Και ο Διάβολος από που προέρχεται;  Δεν είναι δημιούργημα του Θεού; Δεν είναι ο Διάβολος κακός;  Ναί, αλλά από την ίδια του την προαίρεση μετεβλήθη ο Εωσφόρος, ο λαμπρός Άγγελος, σε Διάβολο.  Ο Θεός, δηλαδή, έπλασε τους Αγγέλους όπως και τους ανθρώπους, δηλαδή ελεύθερους. Ο Σατανάς, λοιπόν, επαναστάτησε κατά του Θεού, απεμακρύνθη από το Θεό και άρα έγινε κακός όπως μια ελάχιστη περιστροφή του ματιού μας κάνει είτε να βλέπουμε το φως είτε τη δική μας σκιά.  Και ο Γαβριήλ ήταν Άγγελος παρεστέκετο όμως αενάως κοντά στον Θεό.  Και ο ένας θα μπορούσε να μη πέσει και ο άλλος να πέσει όμως η κακή χρήση της ελευθερίας έριξε το τάγμα του Εωσφόρου.  Γιατί, όμως, μας πολεμά ο Διάβολος; Ο Διάβολος μας πολεμά απ' αρχής "ότι δοχείον ων πάσης κακίας εδέξατο και του φθόνου την νόσον και εβάσκηνεν ημίν της τιμής", διότι φθόνησε, δηλαδή, την τιμή που ο Θεός έκανε στον άνθρωπο και δεν μπορούσε από το φθόνο να υποφέρει "την άλυπο ζωήν την εν παραδείσω".  Δε μπορούσε ακόμα ο Διάβολος που εξέπεσε από την τιμή και αξία των Αγγέλων, να βλέπει το γήινο πλάσμα, τον άνθρωπο, να ανυψώνεται σ' αυτήν την τιμή.

Σατανάς, λοιπόν λέγεται και διάβολος διότι μας διαβάλλει και μας πολεμά προκειμένου να απομακρυνθούμε από το αγαθό και να υπακούσουμε σ' αυτόν και διότι χαίρεται με την καταστροφή μας.  Είναι δε ο Διάβολος πνεύμα και αυτό κάνει τον αγώνα μας εναντίον του δυσκολότερο.  Ο  τόπος δε που εξουσιάζει είναι ο αέρας γιαυτό εξουσιάζει τη γη που περιβάλλεται όλη από αέρα.  Ο Σατανάς, όμως, έπεσε, κατά τα λόγια του Κυρίου "ως αστραπή εκ του ουρανού" έχασε, δηλαδή, την εξουσία του επί του αέρος όταν ο αέρας καθηγιάσθη από τον Εσταυρωμένο Κύριο ο οποίος μας έδωσε την εξουσία του "πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν τη δύναμη του εχθρού".  Άρα, λοιπόν, καμία εξουσία δεν έχει πάνω στους ανθρώπους εάν οι ίδιοι δεν του την παραχωρήσουν η ο Θεός δεν επιτρέψει.  Αν δηλαδή οι άνθρωποι δεν απομακρυνθούν από το Αγαθό δεν υποκύπτουν στο κακό που είναι ανύπαρκτο. 
  
Να, λοιπόν, ποια είναι η απάντηση των Αγίων Πατέρων σε όσους ευκαίρως - ακαίρως χρησιμοποιούν το κακό για να μας αποδείξουν δήθεν ότι δεν υπάρχει Θεός η ότι ο Θεός δεν είναι Αγαθός.  Να ποια είναι η ορθόδοξη θεώρηση του κακού, των πειρασμών και του θανάτου και  να πως πρέπει να απαντούμε στην ερώτηση γιατί ο Θεός μας άφησε να αμαρτήσουμε η γιατί έβαλε το δένδρο της ζωής στον παράδεισο αφού προγνώριζε την έκβαση και την πτώση, ερώτηση συχνή και συχνά κακοπροαίρετη.  Τέλος αυτός είναι ο τρόπος  που πρέπει να θεωρούμε τις "Θεομηνίες" και ο τρόπος που πρέπει στην καθημερινή μας ζωή να βλέπουμε τους πειρασμούς για να τους υπομένουμε ευκολώτερα έχοντας την βεβαία πίστη ότι έτσι ο Θεός μας κάνει καλύτερους.  Ευχόμαστε  να μας ενδυναμώνει ο Θεός ώστε να δεχόμαστε αγόγγυστα το νομιζόμενο κακό και να αποφεύγουμε , συνεργούντος του Θεού, το μονό κακό, την αμαρτία για να ευοδωθούν και οι ευχές του Μεγάλου Βασιλείου και να απολαύσουμε την Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. ΑΜΗΝ!  

Περί της γεννήσεως του Ιησού Χριστού

Αγίου Φιλάρετου Μόσχας

«Τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού, ως εν μορφή Θεού ύπαρχων ούχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, άλλ' εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λα­βών, εν ομοιώματι ανθρώπων γε­νόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος». (Φιλ. 2, 57)
 Εάν κατά τη ρήση τού Σολομώντα, «τοις πάσι χρό­νος και καιρός τω παντι πράγματι υπό τον ουρανόν» (Εκκλησιαστής 3, 1), δεν είναι η ώρα σήμερα να μελετήσουμε με τον Απόστολο την θεία κένωση τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, καθώς Τον βλέπου­με να ταπεινώνει τον εαυτό Του στο μέγεθος του παιδιού, να κενούται ως τη φάτνη;

Οι άνθρωποι, παρασυρμένοι από τα πάθη τους προς τα ανθρώπινα επιτεύγματα, συχνά σκανδαλίζονται από την ταπείνωση τού Χριστού. Αφ' ότου όμως η εμπειρία τόσων αιώνων κατέδειξε ότι «ο Θεός αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων» (Φιλιππησίους 2, 9, 10), επειδή από την ημέρα της Ανάστασής Του και της Ανάληψής Του αναρίθμητοι μάρτυρες αντίκρισαν τις δυνάμεις των επουρανίων να εκπληρώνουν υποτακτικά κάθε Του θέλημα, ενώ απεναντίας τις καταχθόνιες να απωθούνται, εν τω Ονόματί Του, στο βάθος των αβύσσων, και χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν την μακαριότητα τους λατρεύοντας το ίδιο αυτό Όνομα.

 Επομένως, όταν μιλούμε σε ανθρώπους συναγμένους για να γονυπετήσουν ενώπιων τού ονόματος τού Χριστού, μπορούμε να απαλλαγούμε από τη φροντίδα να υπερασπιστούμε και να δικαιολογήσουμε την ταπείνωσή Του. Τίποτε δε μας εμποδίζει να θεωρήσουμε αυτή την ταπείνωση με την ευλάβεια που θεωρούμε τη μεγαλοσύνη Του.

 Πόσο, αλήθεια, ο Υιός τού Θεού ταπεινώθηκε κατά την ενσάρκωσή Του! Και αυτή η ταπείνωση μας πα­ραξενεύει ακόμη περισσότερο καθώς ενεργείται μέσα από ένα είδος αντιφατικής συμμόρφωσης με το αρχικό μεγαλείο τού ίδιου του ανθρώπου. Όντως, δεν είναι άσκοπα που η θε­ϊκή γλώσσα χρησιμοποιεί, για να πε­ριγράψει αυτές τις αντίθετες καταστά­σεις, την ιδία και μοναδική έκφραση: εικόνα και ομοίωσις. «Ποιήσωμεν άνθρωπον», λέει ο Θεός Δημιουρ­γός, «κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν». Και ο Απόστολος λέει, μιλώντας για την ενσάρκωση τού Υιού τού Θεού: «μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος».

 Ένας επιφανής άνθρω­πος στη γη, όποιος κι αν ήταν, δεν θα χρειαζόταν να ταπεινωθεί πολύ για να μοιάσει με δούλο. Όταν όμως ο μέγας και δυνατός Θεός, που κά­νει ακόμη και τους δούλους Του με­γάλα πρόσωπα, μεταμορφώνεται ο ίδιος κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν τού δούλου, αντικρίζοντας το ύψιστο μεγαλείο να υφίσταται μία τέτοια αμέτρητη ταπείνωση, είναι αδύνατο να μη δοκιμάσουμε ένα αίσθημα ιδιαίτερου θαυμασμού που φτάνει ως την συγκίνηση ή ως τη φρικίαση. Σε τέτοιο βαθμό ταπεινώθηκε ο Υιός τού Θεού κατά την ενσάρκωσή Του.
 Μα πόσο ακόμη περισσότερο ταπεινώθηκε από τις περιστάσεις της επίγειας γέννησής Του! Έπρεπε να επιλέξει το λαό ανάμεσα στον οποίο θα γεννιόταν, και επέλεξε τον κατώτερο λαό της γης, ένα λαό που δεν είχε καλά καλά δική του κυβέρνηση, που ήταν συχνά υποδουλωμένος και κοντεύει να είναι ακόμη, που άλλοτε είχε ευλογηθεί αλλά είναι πολύ κοντά στην απόρριψη. Έπρεπε να επιλέξει μία πόλη και επέλεξε τη Βηθλεέμ, τόσο μικρή που ένας προφήτης θέλοντας να την επαινέσει, δεν μπορεί να αποσιωπήσει την κατηγορία που της αξίζει, και δε βρίσκει για να την εκφράσει παρά το όνομα τού Ιησού, τού ταπεινωμένου Θεού που θα γεννιόταν εκεί. «Και συ, Βηθλεέμ οίκος τού Εφραθά, ολιγοστός εκ τού είναι εν χιλιάσιν Ιούδα· εκ σου μοι εξελεύσεται τού είναι εις άρχο­ντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού άπ' αρχής εξ ημερών αιώνος» (Μιχαΐας 5, 1).

 Έπρεπε να επιλέξει μία μητέρα και για να κρύψει για ένα ακόμη διάστημα από τους άπιστους το μυστήριο της σαρκώσεως, έπρεπε να της επισυνάψει με νομικά δεσμά και όχι σαρκικά έναν υποτιθέμενο πατέρα, και επέλεξε  καταγόμενο, είναι αλήθεια, από βασιλικό γένος, για να πληρωθούν οι υποσχέσεις και οι προφητείες  έναν ξυλουργό και μία φτωχή παρ­θένο που είχε απομείνει ορφανή. Μα δεν αρκούσαν αυτά. Εάν ο Κύριος τού κόσμου είχε γεννηθεί σε ένα φτωχικό κατά­λυμα που ανήκε στον Ιωσήφ, ή τουλάχιστον νοικιαζόταν από αυτόν. Εάν η Μαρία τον είχε γεννήσει σε ένα φτωχικό λίκνο, η μορφή τού δούλου, που λάμβανε, δεν θα είχε ίσως όλα τα χαρακτηριστικά που την συνιστούν, επειδή θα μπορούσε να βρεθεί υποδεέστερος δούλος, ακόμη κατώτερος τού Ιωσήφ και ένα λίκνο ταπεινότερο από αυτό της Μαρίας.

 Τι συνέλαβε λοιπόν η φαντασία τού άπειρα Με­γάλου αναζητώντας μία ατέλειωτη ταπείνωση; Ένα αυτοκρατορικό δι­άταγμα που διέταζε «απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην» (Λουκάς 2, 1) κινητοποίησε ολόκληρο τον πλη­θυσμό της Ιουδαίας, ώστε ο Ιωσήφ να μην μπορέσει να μείνει στην οικία του της Ναζαρέτ, ούτε να βρει ένα κονάκι να νοικιάσει στη Βηθλεέμ, όταν θα έρθει η μέρα να γεννηθεί ο αληθινός Βασιλέας της γης. Έτσι, ταπεινούμενος ως το μέγεθος τού παιδιού, ο Κύριος ταπεινώνεται ακόμη ως το σημείο να έχει μία φάτνη για λίκνο. «Και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λουκάς 2, 7).

 Εάν, από αυτό τον ταπεινωμένο Θεό, φέρουμε το βλέμμα μας σε όλη την έκταση τού κόσμου μέσα στον οποίο και για τον οποίο ταπεινώνε­ται, αυτή η τερατώδης ταπείνωση πα­ρουσιάζεται με νέες όψεις όχι λιγότερο εκπληκτικές. Εδώ μου έρχεται στη σκέψη η εικόνα τού Λόγου τού Θεού κατερχόμενου από τον ουρανό στη γη της Αιγύπτου, αυτήν που αποτυπώνει ο συγγραφέας τού βιβλίου της Σοφίας: «ησύχου γαρ σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός εν ιδίω τάχει μεσαζούσης, ο παντοδύναμός σου λόγος άπ' ουρανών εκ θρόνων βασιλείων απότομος πολεμιστής εις μέσον της ολεθρίας ήλατο γης» (Σοφία Σολομώντος 18, 14-15). Και στην κάθοδο όμως τού Σαρκωμένου Λόγου τού Θεού στη γη τού Ισρα­ήλ, δεν βασίλευε η νύχτα, αφού, την ίδια τη στιγμή της γέννησής Του, «ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αύτη αγραυλούντες και φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός επί την ποίμνην αυτών» (Λουκάς 2, 8); Βαθειά σιγή δεν επικρατούσε πάνω στη γη, αφού μία μονάχα φωνή βοσκού ακούστηκε, και την άκουσαν βοσκοί στην ερημιά;

 Τι φρικτός αιφνιδιασμός τού εκδικητή Λόγου τού Θεού, κατερ­χόμενου στην ολέθρια γη της Αίγυπτου για να πληρώσει «τα πάντα θα­νάτου» (Σοφία Σολομώντος 18, 16), χτυπώντας όλα τα πρωτότοκα της Αιγύπτου! Ωστόσο, όχι μόνο αυτό το απρόσμενο χτύπημα δεν ελάττωσε, αλλά μάλλον αύξησε τη δόξα τού εκδικητή τού Θεού που, χωρίς κανένα αισθητό μέσο, χωρίς καμμιά πράξη συλλαμβανόμενη με τις αισθήσεις, με μόνη τη δύναμη μιας σιωπηλής διαταγής, ή ακόμη, θα λέγαμε, με μόνη την παύση τού λόγου Του που δίνει ζωή σε κάθε δημιούργημα, ολοκληρώνει την τιμωρία της ασέβειας.

 Δι­αφορετικά, αλλά όχι λιγότερο φρικτός είναι ο αιφνιδιασμός με τον οποίο ο απελευθερωτικός Λόγος τού Θεού, με την εν σαρκί γέννησή Του, έρχεται να επισκεφτεί ολόκληρη τη γη, γη ολέθρια επειδή «πάντες οι κάτοικοί της ήμαρτον και υστερούνται της δόξης τού Θεού» (Ρωμαίους 3, 24). Έρχεται, όχι πια σαν ένας φοβερός πολε­μιστής απειλώντας με θάνατο κάθε ζώσα ύπαρξη, αλλά ως νεογέννητο, φέροντας σε ολόκληρη την αυτοκρατορία τού θανάτου την ελπίδα για μία αναγεννημένη ζωή. Έρχεται, όμως αυτή η γη δεν πηγαίνει να Τον προϋπαντήσει, δεν Τον περιβάλλει, δεν Τού αποδίδει τιμές, δεν αντιλαμβάνεται καν το Σωτήρα της, δεν ακούει το σιωπηλό ρήμα τού Θεού μέσα από τη φάτνη. Μάταια σχεδόν η δόξα που είχε «παρά τω Πατρί, προ τού τον κόσμον είναι παρά σοί» ( Ιωάν­νης 17, 5), τον συνοδεύει δια στό­ματος αγγέλων, κατά την είσοδό Του στον κόσμο, και φθάνει μαζί Του  ακόμη και ως τη γη: σε αυτή την ολέθρια γη, όπου σχεδόν δεν υπάρχουν αυτιά που να μην είναι κουφά από τις έγνοιες της ζωής, ανίκανα να Τον ακούσουν.
 Το ίδιο μά­ταια σχεδόν ο πιο θεόπνευστος και λαμπερός αστέρας πραγματοποίησε ένα ασυνήθιστο ταξίδι για να σημά­νει την Ανατολή, καταμεσής βαθειάς νύχτας, τού Ήλιου της Αλήθειας. Και μόλις που βρέθηκαν δυο-τρεις άνθρωποι ικανοί να κατανοήσουν αυτή την ένδειξη και έτοιμοι να την ακολουθούσουν, ενώ μάλιστα αυτό έγινε εν μέσω εθνών καθημένων εν σκότει και εν τη θανάσιμη σκιά τού παγανισμού, και ανάμεσα σε λάτρεις των αστεριών. Και η Ιουδαία, όπου «Γνωστός ο Θεός» (Ψαλμός 75, 2); Ούτε καν υποψιάζεται ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Τιμόθεον Α' 3, 16). Και η Ιερουσαλήμ, «η πόλις τού Θεού» (Ψαλμός 86, 3); Δεν χαί­ρει μαζί με το Χριστό που έρχεται να τη σώσει, αλλά ταράζεται με τον Ηρώδη που ετοιμάζει τη σφαγή. Και οι αρχιερείς, οι διδάσκαλοι, που αρμόζει ιδιαίτερα σε αυτούς να είναι πιο κοντά στο Θεό και τα μυστήριά του, προσευχόμενοι και ερμηνεύοντες τον νόμο; Απαντούν θαυμάσια στο φιλοσοφικό ερώτημα: «που ο Χριστός γεννάται;» (Ματθαίος 2, 4) Και πάνω σε αυτό τους ικανοποιεί ότι δεν κρίνουν απαραίτητο να νοιαστούν περισσότερο για να μάθουν μήπως δε γεννηθεί πραγματικά.

  Έτσι, όχι μόνο μέσα στη σκο­τεινιά της φυσικής νύχτας, αλλά ακόμη και μέσα στα σκοτάδια, εξίσου βαθιά, της άγνοιας και της λήθης, στα οποία ζουν οι άνθρω­ποι, για Εσένα και τις βου­λές Σου, «ο παντοδύναμός σου λόγος άπ' ουρανών εκ θρόνων βασιλειών, εις μέσον της ολέθριας ήλατο γης», και χωρίς να δώσει σημασία στο γεγονός ότι κανένας σχεδόν δεν Τον τιμούσε, κανένας δεν Τον αναγνώριζε, ούτε ζητούσε να Τον αναγνωρίσει, αντί να εξαπολύσει τη φοβερά Του κρίση, σιωπά εν μακροθυμία, όπου μέσα της βρί­σκουν τη σωτηρία τους οι χαμένοι. Κατ' αυτό τον τρόπο δεν ταπεινώθη­κε μόνο όντας κατ' εικόνα τού Θεού και ισόθεος, και όντας Θεός, αλλά πρόσθεσε ένα ακόμη βαθμό ταπεί­νωσης από την άγνοια και τη λήθη εκείνων για την αγάπη των οποίων ταπεινώθηκε!
 Ας αποθαυμάσουμε, χριστιανοί, την εκούσια ταπείνωση στην οποία υποβιβάστηκε για μας ο μέγας Θεός μας και Σωτήρας μας. Κι αυτό λίγο είναι. Ας γονυπετήσουμε μπροστά σε αυτή την ταπείνωση. Μα ούτε αυτό αρκεί. «Τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού», μας λέει ο Απόστολος. Να έχετε τα ίδια αισθήματα που είχε ο Χριστός, την ίδια προδιάθεση με Κείνον. Τι ση­μαίνει αυτό; Ο Απόστολος μας το εξηγεί ο ίδιος με τούτα τα λόγια που προηγούνται των άλλων: «μηδέν κατά ερίθειαν ή κενοδοξίαν, αλλά τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών» (Φιλιππησίους 2, 3). Είναι ολοφάνερο ότι μας διδάσκει εδώ, κατά το παράδειγμα τού Ιησού Χριστού, να μη σηκώνου­με το ανάστημά μας, να μην υπερηφανευόμαστε για τα προνόμιά μας, όποια κι αν είναι αυτά, αλλά να τα­πεινωνόμαστε και μέσα μας και ενώπιον των άλλων.

 Αυτός που έχει δούλους, ας αναθυμάται Αυτόν που έλαβε σχήμα δούλου, και ας μη ταπεινώνει πια αυτούς που ταπεινώθηκαν από τη μοίρα τους, και όπως Εκείνος υψώθηκε από το Θεό πάνω από αυτούς, ας μη γυρεύει να υψωθεί ακόμη ο ίδιος με την αλαζονεία του.

Αυτός που κατοικεί σ' ένα υπέροχο σπίτι, που κοιμάται στα πούπου­λα, που είναι ντυμένος στα μετάξια, ας τα συγκρίνει αναθυμούμενος το στάβλο με τη φάτνη και τα κακότε­χνα σπάργανα, και ας μη περιφρονεί πια αυτούς που μένουν σε χαμόσπιτα, που κοιμούνται πάνω σε άχυ­ρα, που ντύνονται με κουρέλια και που ίσως, όχι μόνο με την εξωτερική τους εμφάνιση, αλλά ακόμη και με την εσωτερική τους κατάσταση, μοιάζουν στο Χριστό πιο πολύ από αυτόν. Ο πλούσιος ας περηφανεύε­ται, λέει ο απόστολος Ιάκωβος «ο δε πλούσιος καυχάσθω εν τη ταπει­νώσει αυτού» (Ιακώβου 1, 10).

 Όσο για σένα που, κατά την έκφραση τού Αποστόλου, «επαναπαύη τω νόμω και καυχάσαι εν Θεώ, και γινώσκεις το θέλημα, και δοκιμάζεις τα διαφέ­ροντα, κατηχούμενος εκ τού νόμου» (Ρωμαίους 2, 17-18)  έ! εσύ, «ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω» (Κορινθί­ους Α' 1,31)! Όμως, «ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση (Κορινθίους Α' 10, 12)! Προπαντώς ας μη καταδικάζει τους αδαείς, ας μη κοροϊδεύει αυτούς που πέφτουν. Ο Χριστός είναι το φως «ο φωτίζει πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάννης 1, 9): ίσως αυτοί που βλέπετε καθισμένους εν σκότει και σκιά θανάτου, γρή­γορα θα φωτιστούν από αυτό το φως πολύ κα­λύτερα από σάς, ή ίσως να φέγγει μέσα τους από τώρα κιόλας, μέσα στην ψυχή τους. Κι ίσως οι μάγοι της παγανιστικής Ανατολής να βιάζονταν περισσότερο από σάς στην αναζήτηση τού Χριστού και να προηγηθούν από σάς στο πλησίασμά Του. Ίσως «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την Βασιλείαν τού Θεού» (Ματθαίος 21,31).

Η γλυκύτητα, η απλότητα, η τα­πεινότητα, η επιείκεια ισούνται με τον τελευταίο των αδυνάτων, η εν ταπεινώσει ηρεμία, μια υπομονή που δοκιμάζεται από κάθε προσβολή «ιδού το φρόνημα το εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού». 

Αμήν.

Το μυστήριο της εξόδου της ψυχής από το σώμα

Ο θάνατος ονομάζεται στην παράδοση της Εκκλησίας μυστήριο. Και πραγματικά είναι μυστήριο όχι με την έννοια των μυστήριων, δια των οποίων μετέχουμε της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αλλά από την άποψη ότι κατά την ώρα του θανάτου και μετά από αυτόν γίνονται μυστήρια πράγματα, τα οποία δεν μπορεί να συλλάβη η λογική του ανθρώπου από τώρα.

Πέρα από αυτό, το μυστήριο του θανάτου έγκειται στο ότι διασπάται η ενότητα ψυχής και σώματος. Γνωρίζουμε καλά από την διδασκαλία της Εκκλησίας μας ότι υπάρχει στενή σχέση και μεγάλη ενότητα μεταξύ ψυχής και σώματος. Η ένωση αυτή έγινε με την δημιουργία του ανθρώπου, αμέσως με την σύλληψή του στην κοιλία της μητέρας του και συνεχίζεται μέχρι την ώρα του θανάτου. Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικό ον, πού σημαίνει ότι η ψυχή δεν αποτελεί τον όλον άνθρωπο, αλλά ούτε και το σώμα συνιστά τον όλον άνθρωπο. Έτσι, λοιπόν, την στιγμή κατά την οποία, λόγω του θανάτου, χωρίζεται η ψυχή από το σώμα γίνονται μυστηριώδη πράγματα. Η ψυχή δεν ζούσε πριν την δημιουργία του σώματος, γι’ αυτό και δεν θέλει να ζήση χωρίς αυτό. Η έξοδος της ψυχής από το σώμα γίνεται βιαίως, και αυτό είναι το μυστήριο του θανάτου. Εμείς, βέβαια, θεωρούμε ότι το μυστήριο του θανάτου είναι φοβερό, γιατί διασπά την ενότητα μεταξύ των αγαπημένων, γιατί χάνουμε ένα αγαπητό μας πρόσωπο. Και αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, πού την ζουν εκείνοι πού έχασαν τα αγαπητά τους πρόσωπα. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το φοβερό του θανάτου είναι ότι επέρχεται αυτός ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

Την αλήθεια αυτήν την βλέπουμε καθαρά σε ένα τροπάριο, πού ψάλλεται κατά την εξόδιο ακολουθία και είναι γραμμένο από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Λέγεται:«Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον, πώς ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας, και της συμφυΐας ο φυσικότατος δεσμός, θείω βουλήματι αποτέμενεται».

Εδώ παρουσιάζονται μερικές μεγάλες αλήθειες.

Η μία, ότι υπάρχει στενός και φυσικότατος δεσμός μεταξύ ψυχής και σώματος και μεγάλη αρμονία. Η δεύτερη αλήθεια, ότι αυτή η σχέση διασπάται βιαίως. Και αυτό το βίαιο συνιστά το φοβερό μυστήριο του θανάτου. Γι’ αυτό, όπως θα δούμε πιο κάτω, η ψυχή τρέμει και δειλιά. Η τρίτη αλήθεια, ότι αυτή η διάσπαση γίνεται με την βούληση του Θεού. Βέβαια, δεν είναι ο Θεός αίτιος του θανάτου, αλλά ο Θεός επέτρεψε να έλθη στην ζωή του ανθρώπου, αφού τίποτε δεν γίνεται στον κόσμο χωρίς το θέλημά Του.

Έτσι, λοιπόν, η ώρα του θανάτου είναι φοβερή για κάθε άνθρωπο. Το φοβερό του θανάτου δεν έγκειται ακόμη στο ότι εγκαταλείπουμε αυτόν τον κόσμο, με τον οποίο είχαμε δεθεί, αλλά στο ότι αρχίζουν να ενεργούν διάφορα μυστήρια, τα οποία προηγουμένως με την παχύτητα των αισθητηρίων οργάνων του σώματος δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε. Τον κρίσιμο εκείνο καιρό ο άνθρωπος, χωρίς να το έχει προγραμματίσει, καταλαβαίνει πολύ καλά τον εαυτό του. Παρουσιάζεται μπροστά του ολόκληρη η ζωή, πού έχει ζήσει, σαν κινηματογραφική ταινία. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης θα πή ότι οι υπερήφανοι, πού νόμιζαν ότι ήταν απαθείς, «την οικείαν πενίαν εν εξόδω εωράκασιν». Δηλαδή, οι υπερήφανοι βλέπουν τότε την εσωτερική πνευματική τους πτώχεια. Πόσο μάλλον όσοι έχουν εμπλακή σε πολλές άλλες πράξεις, πού διαπράττονται με τις δυνάμεις της ψυχής και του σώματος. Ένας σύγχρονος Γέροντας λέγει ότι κατά την ώρα του θανάτου θα δη κανείς και την παραμικρή πράξη πού έκανε στην ζωή του, όπως βλέπει σε κλάσματα δευτερολέπτου κάποια μικρή ακαθαρσία μέσα σε ένα ποτήρι νερό.

Ο φόβος όμως προ του μυστηρίου του θανάτου έγκειται στο ότι αρχίζει μια καινούρια ζωή για τον άνθρωπο. Και, φυσικά, αυτό συνδέεται και με την αιώνια κατάσταση της ψυχής και του σώματος του. Κατά τον όσιο Θεόγνωστο η ώρα του θανάτου είναι μια νέα γέννηση, αφού, ο άνθρωπος, ιδίως ο δίκαιος, εξέρχεται, σαν από κάποια άλλη δεύτερη μήτρα σκοτεινή και πορεύεται προς τα άυλα και φωτεινά. Γι’ αυτό συνιστά ότι ο άνθρωπος πρέπει να χαίρεται, επειδή διαπορθμεύεται δια του θανάτου προς τα ελπιζόμενα αγαθά. Παράλληλα όμως συνιστά να είναι προσεκτικός «δια τους κύκλω περιπατούντας ασεβείς δαίμονας», οι οποίοι επιδιώκουν μέχρι την τελευταία στιγμή να τον βλάψουν. Έτσι, ο άνθρωπος πρέπει να χαίρεται, γιατί οδηγείται στην απόλαυση των αιωνίων αγαθών, αλλά και να νήφη, να είναι προσεκτικός για το άδηλο του μέλλοντος, λόγω της τρεπτότητός του.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό να λεχθεί ότι όχι μόνο μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, αλλά και όταν πλησιάζει ο καιρός να εξέλθει η ψυχή, κατά την μαρτυρία αγίων ανθρώπων, ο άνθρωπος βιώνει διάφορες εμπειρίες. Επειδή ζει σε οριακό σημείο, γι’ αυτό δικαιολογούνται όλες αυτές οι καταστάσεις. Δηλαδή, μπορεί να δη οπτασίες αγίων ανθρώπων, φως θεϊκό κ.λ.π. αλλά και οπτασίες δαιμόνων, οι οποίοι προσπαθούν να τον φοβίσουν περισσότερο και να τον κατάσχουν. Μέσα στην φιλανθρωπία του Θεού εντάσσεται και το γεγονός ότι οι δίκαιοι βλέπουν οπτασίες αγίων ανθρώπων, ώστε, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος, να μη δειλιάσουν με την έλευση του θανάτου βλέποντας με ποιους πρόκειται να είναι συμμέτοχοι, και έτσι «εκ του δεσμού της σαρκός άνευ πόνου και φόβου απολυθώσι». Και εδώ φαίνεται αυτό πού λέγαμε προηγουμένως, ότι δημιουργείται πόνος από τον χωρισμό και δι’ αυτού του τρόπου διασκεδάζονται και οι φόβοι και η δειλία.

Αναφέρεται από τον άγιο Γρηγόριο Διάλογο η περίπτωση μιας Ταρσίλας, η οποία, κατά τον καιρό της εξόδου της και ενώ βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι πλησίον της, είδε τον Ιησού ερχόμενον. Τότε με μεγάλη προθυμία και κραυγή έλεγε σε όλους τους παρευρισκομένους: «απόστητε, απόστητε, ο Ιησούς έρχεται». Και βλέποντας αυτήν την θεωρία εξήλθε η ψυχή της από το σώμα. Αναφέρεται επίσης από τον ίδιο άγιο ότι κάποια γυναίκα, ονομαζόμενη Μούσα, πριν εξέλθη η ψυχή της, είδε την Θεοτόκο πού ερχόταν προς αυτήν. Τότε με βλέμμα κατακόκκινο από ντροπή και σεβασμό, και φωνή πραότατη αποκρίθηκε: «Ιδού Κυρία έρχομαι· ιδού Κυρία έρχομαι». Και με αυτόν τον τρόπο παρέδωκε το πνεύμα της.

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος θα πη: «Όταν εξέλθει εκ του σώματος ψυχή ανθρώπου μυστήριον τι μέγα επιτελείται». Αυτά τα μυστήρια αρχίζουν να ενεργούνται όταν η ψυχή ετοιμάζεται για την έξοδο.

Δεν συμβαίνουν μυστήρια πράγματα μόνον πριν την έξοδο, αλλά και κατά την διάρκεια πού η ψυχή εξέρχεται από το σώμα. Υπάρχουν κείμενα Πατέρων πού μας φανερώνουν ότι η ψυχή, όταν εξέρχεται από το σώμα μερικές φορές κάνει έκδηλη την αναχώρησή της, αλλά και την παρουσία της στον οίκο πού βρίσκεται ο κεκοιμημένος. Κυρίως αυτό γίνεται στους αγίους ανθρώπους. Ο άγιο ςΦιλόθεος ο Κόκκινος, περιγράφοντας την μακαριά τελευτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, λέγει ότι κατά την ώρα της εξόδου της ψυχής του από το σώμα. παράδοξο φως περιέλαμψε το δωμάτιο στο όποιο βρισκόταν το σώμα του αγίου Γρηγορίου, καθώς επίσης κατέλαμψε το πρόσωπο του. Μάλιστα λέγει ότι δύο λογάδες της Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων ο ένας ήταν ιερωμένος και ο άλλος μοναχός, με πολλές αρετές και οι δυο τους, είδαν την λαμπρότητα εκείνη «της ψυχής του σώματος απιούοης». Με άλλα λόγια, η ψυχή εξερχομένη του σώματος άφησε μια λαμπρότητα. Όλος όμως ο λαός ήταν μάρτυρας της υπερφυούς αίγλης του προσώπου του. Και ο άγιος Φιλόθεος, θεολογικότατα ερμηνεύοντας αυτό το γεγονός, λέγει ότι οφειλόταν στην Χάρη του Αγίου Πνεύματος πού βρισκόταν και στην ψυχή και στο σώμα. Φυσικά, η έλλαμψη του φωτός εκείνου ήταν συνέπεια του ότι ο άγιος Γρηγόριος ήταν μέτοχος, αλλά και κήρυξ του Φωτός σε όλη του την ζωή.

Επομένως, όσοι έχουν τηνσφραγίδα του Αγίου Πνεύματοςκαι είναι πραγματικοί Χριστιανοί δεν δειλιούν, αλλά χαίρουν, γιατί έχουν τον οίκο τον αχειροποίητο, πού είναι η δύναμη του Πνεύματος πού κατοικεί μέσα τους. Η διδασκαλία αυτή, όμως δεν προέρχεται μόνον από τους Πατέρες, αλλά επιμαρτυρείτε από το αδιάψευστο στόμα του Χριστού. Στην παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου λέγεται ότι ο Λάζαρος οδηγήθηκε από τους αγγέλους στους κόλπους του Αβραάμ. «Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον του Αβραάμ» (Λουκ. ιστ’. 22). Στην παραβολή όμως του άφρονος Πλουσίου μας διδάσκει ο Χριστός ότι την ψυχή των αμετανόητων αμαρτωλών την παραλαμβάνουν οι δαίμονες. Αυτός είναι ο λόγος πού είπε στον άφρονα πλούσιο: «Αφρόν, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», δηλαδή οι δαίμονες (Λουκ. ιβ’. 20).

Η παράδοση αυτή πέρασε και στην λατρεία της Εκκλησίας μας. Είναι χαρακτηριστικό ένα τροπάριο κατά την εξόδιο ακολουθία, στο οποίο φαίνεται ο αγώνας της ψυχής κατά την ώρα της εξόδου της από το σώμα. Η ψυχή του αμαρτωλού ανθρώπου στρέφεται και προς τους αγγέλους και προς τους ανθρώπους και κανείς δεν μπορεί να την βοηθήσει. Λέγεται στο τροπάριο αυτό:«Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή, χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε και ούχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους Αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει· προς τους ανθρώπους τάς χείρας έκτείνουσα ουκ έχει τον βοηθούντα». Αυτήν την πραγματικότητα γνωρίζει ο Χριστιανός, γι’ αυτό κατά την ακολουθία του Αποδείπνου, πού διαβάζει κάθε βράδυ πριν κοιμηθή, παρακαλεί την Παναγία να τον βοηθήση κατά την ώρα του θανάτου, να αποφυγή τις πονηρές όψεις των δαιμόνων: «Και κατά τον καιρόν της εξόδου μου την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τάς σκοτεινός όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα».

Πραγματικά, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα γίνονται μυστηριώδη πράγματα, τα οποία δεν μπορούμε τώρα να φαντασθούμε και τα οποία μας απεκάλυψαν οι άγιοι Πατέρες, όχι για να μας τρομάξουν, αλλά για να μας ενθαρρύνουν, ώστε να προετοιμασθούμε για την φρικτή αυτήν ώρα. Όλος ο χριστιανικός βίος είναι ετοιμασία για τον θάνατο. Φυσικά αυτή η ετοιμασία δεν γίνεται με άγχος, αλλά με χαρά και αισιοδοξία, αφού εμπνέεται από την Χάρη του Θεού και κάνει ανθρωπινότερη την ζωή. Γιατί, όποιος ετοιμάζεται για την έξοδο του, γνωρίζει να αντιμετωπίζει κατά τον καλύτερο τρόπο όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή και είναι ο πλέον κοινωνικός άνθρωπος.

Το μυστήριο του θανάτου

Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου

Ο θάνατος το τίμημα της αμαρτίας
    Ο θάνατος είναι καρπός της αμαρτίας. Εχθρόν τού ανθρώπου τον αποκαλεί ο Απ. Παύλος. Δεν τον έκαμε ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο αθάνατο. Με ψυχή αθάνατη και με σώμα αθάνατο. Ο θάνατος «εισήλθεν εις τον κόσμον» με πρωτοβουλία τού διαβόλου, εξ αιτίας τού φθόνου του για τον άνθρωπο και ήλθε μετά την πρώτη αμαρτία, την «πτώσιν» ως τίμημα της, ως τιμωρία. Ως τιμωρία ο θάνατος πλήττει μόνο το σώμα, που έκτοτε έγινε φθαρτό και θνητό. Πεθαίνει, λέμε ο άνθρωπος, και εννοούμε ότι παύει να ζει, να κινήται, να ομιλεί, να δρα. Το σώμα του το τοποθετούμε μέσα στη γη, το παραδίδουμε στη φθορά. Ύστερα από λίγα χρόνια, τις σάρκες του τις έχουν φάγει τα σκουλήκια, τίποτε δεν μένει, μόνο τα κόκκαλα. Μπροστά στο φρικτό αυτό θέαμα σταματά ο νους τού ανθρώπου. Δεν θέλει να πεθάνει κανείς μας.

Όσο κι αν ο θάνατος είναι το πιο βέβαιο γεγονός, όσο κι αν παραδεχόμαστε ότι κάποτε θα πεθάνουμε, όπως πέθαναν όλοι όσοι έζησαν σ αυτό τον κόσμο, εν τούτοις δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε και να συμφιλιωθούμε με το γεγονός αυτό. Και είναι και τούτο μια ακόμη απόδειξη τού ότι είμαστε πλασμένοι γιά την αιωνιότητα και την αφθαρσία. Μπορεί η αμαρτία να μας έφερε το θάνατο, άλλα τον έφερε σαν ανεπιθύμητο Επισκέπτη, από τον οποίο ζητούμε να απαλλαγούμε το συντομότερο. Δεν τον ανεχόμαστε και δεν τον Επιθυμούμε. Όνειρο τού ανθρώπου είναι να κατανικήσει το θάνατο, να παρατείνει τη ζωή του στη γη. Γι' αυτό και ο Απ. Παύλος θριαμβευτικά τονίζει πως θα έλθει στιγμή που ο κάθε πιστός άνθρωπος θα ανακράξει: «Που σου θάνατε το κέντρον, που σου Αδη το νίκος;». Πότε θα γίνει αυτό; Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός ανέστη. Γιατί η Ανάσταση τού Χριστού είναι αναίρεση τού θανάτου, είναι εξαγορά της αμαρτίας. Ο Χριστός ενίκησε το θάνατο με τον δικό του θάνατο. «Θανάτω θάνατον πατήσας». Έκτοτε πια ο θάνατος είναι πρόσκαιρος για μας. Δεν μας κρατάει αιώνια στην ψυχρή του αγκαλιά. Προς στιγμήν μας Επισκέπτεται, αλλά τελικά δεν κυριαρχεί επάνω μας. Όμορφα αποδίδει την αλήθεια αυτή ο ψαλμωδός τού Μ. Σαββάτου; «Βασιλεύει αλλ' ουκ αιωνίζεί άδης τού γένους των βροτών. Σύ γαρ τεθείς εν τάφω Κραταιέ ζωαρχική παλάμη τα τού θανάτου κλείθρα δυεσπάραξας και εκήρυξας τοις απ' αιώνων καθεύδουσι λυτρωσιν αψευδή ΣώτεΡ γέγονας νεκρών πρωτότοκος».

Τι θα συμβεί μετά το θάνατο μας
     Στη ζωή, λοιπόν, αυτή είμαστε προσωρινοί και μέλλουμε να αποδημήσουμε σαν τα πουλιά που έρχονται κάπου γιά να φύγουν στην εποχή τους. Κανείς δεν έμεινε επί της γης αθάνατος. Όσοι γεννηθήκαμε, θα πεθάνουμε κάποτε. Και αξίζει να μάθουμε τι περί θανάτου και περί των μετά θάνατον διδάσκει η Εκκλησία μας, Γιατί μόνο αυτή η διδασκαλία μπορεί να ρίψει κάποιο φως και να φωτίσει κάπως το «φοβερώτερον τού θανάτου μυστήριον». Ας ακούσουμε τον ιερό Χρυσόστομοσε μια χαρακτηριστική του ομιλία να ομιλεί για τη ματαιότητα της ζωής αυτής και γιά τον θάνατο που σαν καθολικό φαινόμενο την χαρακτηρίζει;

«Δεν γνωρίζεις ότι η ζωή αυτή είναι αποδημία; Νομίζεις ότι είσαι μόνιμος κάτοικος μιας πόλεως. Είσαι ταξιδιώτης. Δεν είσαι μόνιμος κάτοικος, άλλα οδοιπόρος. Μη μου πεις ότι ανήκω εις αυτήν ή εκείνην την πόλη. Κανείς δεν έχει εδώ πόλη. Η πόλη είναι άνω. Η παροϋσα ζωή είναι πορεία. Η ζωή αυτή είναι ξενοδοχείον. Όταν εισέλθεις εις ξενοδοχείον τι λέγεις εις τον υπηρέτην; Πρόσεξε που θα τοποθετήσεις τις αποσκευές μου. Μην αφήνεις τίποτε εδώ δια να μη χαθεί. Όλα να μεταφερθούν εις το σπίτι μου. Αυτό πρέπει να κάμομε και εμείς εις την ζωήν αυτήν. Ας την βλέπομεν ως ξενοδοχείον και ας μη αφήσομεν να μείνει τίποτε εις το ξενοδοχείον. Όλα ας τα μεταφέρομεν εις την μόνιμον πατρίδα μας.

Είσαι οδοιπόρος και ταξιδιώτης και μάλιστα κάτι ολιγότερον από ταξιδιώτης. Πως; Να σου είπω; Ο οδοιπόρος χωρίζει πότε έρχεται και πότε φεύγει από το ξενοδοχείο, επειδή αυτός ορίζει τον χρόνον που θα εισέλθει και θα εξέλθει. Εμείς όμως εισερχόμεθα εις το ξενοδοχείο της ζωής χωρίς να γνωρίζομεν πότε θα εξέλθομεν. Μερικές μάλιστα φορές παρασκευάζομεν τροφάς δια πολύν χρόνον, ακόμη και την στιγμήν που μας καλεί ο Δεσπότης πλησίον Του».

Ο θάνατος, λοιπόν, είναι μία κλήση τού Θεού. Μάς καλεί ο Θεός να μεταβούμε κάπου άλλου. Που; Καμμιά φιλοσοφία και κανένας ανθρώπινος στοχασμός δεν μπόρεσε ούτε μπορεί να απαντήσει αυθεντικά στο κρίσιμο αυτό ερώτημα. Ο άνθρωπος μπορεί να περιγράψει το θάνατο, όχι να τον ερμηνεύσει. Δεν γνωρίζει τι τον ακολουθεί, που πηγαίνει ο άνθρωπος, τι κάνει εκεί. Όλα αυτά καμμιά Επιστήμη, καμμιά σκέψη ανθρώπου δεν μπορεί να τα εξιχνιάσει. Γιατί άπλοϋστατα δεν υπόπίπτουν στις ανθρώπινες δυνατότητες, δεν επιδέχονται παρατήρηση, πείραμα, λογισμό. Είναι της πίστεως θέματα. Μόνο με την πίστη και με την αποκάλυψη της αλήθειας από τον ίδιο τον Θεό μπορούμε κάτι να μάθουμε για τα έσχατά μας. Επομένως όχι η περιγραφή, αλλά η εξήγηση τού φαινομένου τού θανάτου τού ανθρώπου μας ενδιαφέρει και αυτό είναι το πιο σπουδαίο.
Βέβαια ακόμη και στην περιγραφή τού θανάτου ο άνθρωπος υστερεί. Ακόμη συζητούν οι ιατροί για το τι είναι θάνατος και κυρίως για το πότε επέρχεται. Και δεν συμφωνούν στα σημεία αυτά, γατί νεώτερες έρευνες πείθουν ότι ο άνθρωπος δεν πεθαίνει «όταν βγει η ψυχή του» όπως λέμε, ούτε όταν κλείσει τα μάτια του, ούτε ακόμη όταν ο εγκεφαλογράφος παρουσιάζει ευθεία τη γραμμή τού εγκεφαλογραφήματος. Το ζήτημα τού πότε επέρχεται ακριβώς ο θάνατος στασιάζεται σήμερα. Και ασφαλώς κάπου θα καταλήξουν οι αρμόδιοι, όμως από αυτό αντιλαμβανόμεθα πόσο δύσκολο είναι να μας πη η Επιστήμη τι συμβαίνει ύστερα από το θάνατο, όταν τον ίδιο το θάνατο που βλέπει και ψηλαφά δυσκολεύεται να προσδιορίσει με ακρίβεια.

     Η ώρα τού θανάτου
    Η Εκκλησία αποκαλεί τον θάνατον «φοβερότατον μυστήριον». Και πράγματι είναι. Μιλάει ακόμη για «αγώνα της ψυχής» που χωρίζεται από το σώμα. Τα πατερικά βιβλία είναι γεμάτα από ιστορίες που έχουν σχέση με τις τελευταίες στιγμές τού ανθρώπου. Σταχυολογώντας τις πληροφορίες από αυτά μπορούμε ως εξής να περιγράψουμε αυτές τις στιγμές:
Φαίνεται ότι ο άνθρωπος κατά την ώρα τού θανάτου του βλέπει διάφορα οράματα. Ο άγιος Σισώης όταν απέθνησκε συνομιλούσε με αγγέλους. Ο άγιος Αντώνιος είδε την ψυχή τού αββά Αμμούν να την παίρνουν άγγελοι.Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μιλώντας για τις τελευταίες στιγμές τού μονάχου Στεφάνου, μας πληροφορεί ότι εκείνος αποκρινόταν: «ναι ή όχι δεν το έκαμα».

Όλα αυτά και άλλα πολλά πείθουν ότι κατά τη φρικτή αυτή ώρα γίνεται κάποια υπενθύμιση των αμαρτιών που διέπραξε στη γη ο αποθνήσκων άνθρωπος. Η ψυχή δηλαδή κυκλώνεται από άθλους και από δαίμονες. Ο ιερός Χρυσόστομος ομιλεί γι' αυτούς και τους αποκαλεί «άθλους απειληφόρους και δυνάμεις απότομους». Τα ίδια πατερικά βιβλία αποκαλούν τους δαίμονες «τελώνια». Η λέξη προδίδει την ύπαρξη εμποδίων ή έλεγχου για τη μετάβαση της ψυχής στον ουρανό. Και πράγματι γίνεται πόλεμος εκείνη την ώρα για την κατοχή μιας ψυχής. 

Περί τωντελωνίων ομιλεί ο αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφεύς Ωριγένης, και επιμένει στη διαδικασία που γίνεται αυτή την ώρα για την τύχη της ψυχής. «Ταρτάριοι άρχοντες και σκοτειναί παρατάξεις» κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής κυκλώνουν το νεκρικό κρεβάτι. Ο Δε Κύριλλος Αλεξανδρείας συμπληρώνει: «Η ψυχή χωριζόμενη βλέπει τους φοβερούς και αγρίους και απηνείς και ανηλεείς και εχθίστους δαίμονας ως Αιθίοπας ζοφώδεις περιιπταμένους». Τα τελώνια αυτά είναι, κατά τα πατερικά βιβλία, πέντε: ήτοι της καταλαλιάς, της οράσεως, της ακοής, της οσφρήσεως και της αφής, όσες δηλαδή και οι αισθήσεις μας. Οι αγαθοί άγγελοι που παρίστανται δεν εγκαταλείπουν στην τύχη της την ψυχή. Αγωνίζονται να την κερδίσουν για τον ουρανόν.
    Η ώρα τού θανάτου είναι η πιο φρικτή. Όλα αυτά συμβαίνουν αυτήν την ώρα και εμείς δεν παίρνουμε είδηση. Η Εκκλησία μας, όμως, που διδάσκει αυτά μας προτρέπει να ευχόμαστε για την ώρα τού θανάτου μας. Και πρώτα απ' όλα έχει ειδικές ευχές εις Ψυχορραγούντα. Ο ιερεύς δηλ. προσέρχεται παρά την κλίνην τού αποθνήσκοντος και δέεται να διευκολύνει ο Θεός την έξοδο της ψυχής του και να την πάρει μαζί του. Οι ευχές αυτές είναι χαρακτηριστικές και αποδίδουν όλη την ιερή παράδοση γι' αυτή τη δύσκολη ώρα. Παράλληλα, πως είπαμε, η Εκκλησία μας μας διδάσκει να προσευχόμαστε για την ώρα τού θανάτου μας να μην είναι αιφνίδια και να μη περιέλθουμε στην κυριαρχία των τελωνίων, των δαιμόνων: «Και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα» λέμε προς την Παναγίαν μας.

     Περί της υπάρξεως των τελωνίων ομιλεί και ο ιερόςΧρυσόστομος, όταν αναφέρεται στο θάνατο αθώων νηπίων, τα οποία λέγουν διηγούμενα:«Ημείς επεράσαμε από τους πονηρούς δαίμονας χωρίς να πάθομε τίποτε. Διότι τα σκοτεινά τελώνια είδον το σώμα μας άσπιλον και ησχύνθησαν. Είδον την ψυχή μας άκακον και καθαράν και ενετράπησαν. Είδον την γλώσσαν άσπιλον και άμωμον και εφιμώθησαν. Παρήλθομεν και ηυτελίσαμεν αυτούς. Δια τούτο οι άγιοι τού Θεού άγγελοι έχαιρον, οι δίκαιοι μας ησπάζοντο, οι όσιοι ετέρποντο λέγοντες καλώς ήλθον τα αρνία τού Χριστού».

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν για την έλευση του Χριστού- Ιδού οι αποδείξεις!

Έχουν διασωθεί αρχαία κείμενα που το αποδεικνύουν

Στην Πολιτεία του Πλάτωνα (B, V , 362) – βιβλίο που όλοι το αποδέχονται – περιέχεται μία προφητεία ισάξια μ’ αυτές των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης:

«Θα απογυμνωθεί απ’ όλα εκτός της δικαιοσύνης, διότι φτιάχτηκε αντίθετος στην ως τότε συμπεριφορά. Χωρίς να αδικήσει κανέναν θα δυσφημισθεί πολύ ως άδικος ώστε να βασανισθεί για την δικαιοσύνη και θα γεμίσει με δάκρυα εξαιτίας της κακοδοξίας αλλά θα μείνει αμετακίνητος μέχρι θανάτου και ενώ θα είναι δίκαιος θα θεωρείτε άδικος για όλη του τη ζωή. Έχοντας τέτοιες διαθέσεις ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα δεθεί, θα ανάψουν τα μάτια του και στα τελευταία του αφού πάθει κάθε κακό θα καρφωθεί πάνω σε πάσσαλο, και να ξέρεις ότι δεν είναι δίκαιο αλλά αφού έτσι το θέλει ας γίνει».

Στο έργο Προμηθεύς Δεσμώτης του Αισχύλου, ο Προμηθέας όντας φυλακισμένος στον Καύκασο προλέγει ότι ο λυτρωτής του θα γεννηθεί από την παρθένο Ιώ και τον Θεό (στ.772, 834, 848) θα είναι δηλαδή υιός Θεού και υιός Παρθένου. Αυτός ο Θεάνθρωπος θα καταλύσει την εξουσία των παλαιών θεών και θα αφανίσει αυτούς και την δύναμή τους (908,920). Ο Ερμής τότε σταλμένος από τον Δία προαναγγέλλει στον Προμηθέα τα εξής:

«Τοιούδαι μόχθου τέρμα μη τί προσδόκα πριν αν θεός τις διάδοχος των σων πόνων φανή, θελήση τ’ είς αναύγητον μολείν ‘Άιδην, κνέφαια τ’ άμφί Ταρτάρου βάθη» μετάφραση «μην περιμένεις να λυτρωθείς από τους πόνους προτού θεός πάρει τα πάθια τα δικά σου πάνω του και με τη θέλησή του κατέβει στον ‘Άδη τον ανήλιαγο, στους άφεγγους του Ταρτάρου βυθούς» (στ. 1041-1043).

Ο Σωκράτης στην απολογία του αναφέρει τα ακόλουθα:

«Θα μείνετε κοιμισμένοι σε όλη σας τη ζωή εάν δεν σας λυπηθεί ο Θεός να σας στείλει κάποιον άλλον» (Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους 18{31α}).

Στο Άγιον Όρος υπάρχουν χειρόγραφα που διασώζουν προφητείες της Σίβυλλας –της ιέρειας του Απόλλωνα– για την έλευση του Χριστού π.χ σε χειρόγραφο με την ονομασία «Υπόμνημα εις τον Άγιον Απόστολον Φίλιππον» πού φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρείου αναφέρονται τα εξής:

«Ύστερα από πολύ καιρό θα φθάσει κάποιος εις αυτήν την πολυδιηρημένην γη και θα γεννηθεί με σάρκαν αμόλυντον. Με ανεξάντλητα όρια ώς Θεότητα θα λυτρώσει τον άνθρωπον από την φθοράν των ανίατων παθών. Και θα τον φθονήσει άπιστος λαός και θα κρεμασθεί ψηλά ώς κατάδικος εις θάνατον. Όλα αυτά θα τα υποφέρει με πραότητα».

Στο ίδιο χειρόγραφο αναφέρεται μία ανατριχιαστική προφητεία για την θεανθρώπινη φύση του Χριστού, για το εκούσιον πάθος Του, αλλά και για την Ανάστασή Του:

«Ένας ουράνιος με πιέζει ισχυρά, ό οποίος είναι φως τριλαμπές. Αυτός είναι ο παθών Θεός, χωρίς να πάθει τίποτε ή Θεότης Του, διότι είναι συγχρόνως θνητός και αθάνατος. Αυτός είναι συγχρόνως Θεός και άνθρωπος, που υποφέρει από τους θνητούς τά πάντα, δηλαδή τον σταυρό, την ύβριν, την ταφή. Αυτός κάποτε από τα μάτια του έχυσε δάκρυα θερμά. Αυτός πέντε χιλιάδες χόρτασε με πέντε άρτους, κάτι που ήθελε δύναμη θεϊκή. Ο Χριστός είναι ο δικός μου Θεός, ο οποίος εσταυρώθη εις το ξύλον, ο οποίος εξέπνευσεν, ο οποίος εκ του τάφου ανήλθεν εις τον ουρανόν».

Οι παραπάνω προφητείες αναφέρονται και σε άλλα χειρόγραφα πού βρίσκονται σε άλλες Μονές του Αγίου Όρους η αλλού(π.χ Μονή Σινά). Παρατίθενται ακόμη σε σύγχρονο βιβλίο, στον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Αρχιμανδρίτη Βίκτωρος Ματθαίου, όπως αναφέρει το periergaa.

Και γι’ αυτούς που ίσως αμφισβητήσουν ότι τα παραπάνω ειπώθηκαν πράγματι από την Σίβυλλα και ισχυριστούν ότι είναι επινοήσεις κάποιον Χριστιανών Μοναχών, αρκεί το εξής αδιαμφισβήτητο γεγονός. Από διάφορες πηγές έχει διασταυρωθεί πώς τις προφητείες αυτές αλλά και άλλες –είτε της Σίβυλλας είτε άλλων σοφών Ελλήνων- χρησιμοποίησε η Αγία Αικατερίνη. Συγκεκριμένα, το 305 η Αγία Αικατερίνη η Αλεξανδρινή έλεγχε τον αυτοκράτορα Μαξιμίνο για την ειδωλολατρική του πολιτική.

Ό τελευταίος συγκέντρωσε τότε τους σοφότερους ειδωλολάτρες της αυτοκρατορίας για να την μεταπείσουν και να την κάνουν παγανίστρια. Στο διάλογο που ακολούθησε, αυτή η πάνσοφη και σπουδαγμένη στην Ελληνική παιδεία γυναίκα στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός Θεός ανέφερε – μεταξύ άλλων - και τις προφητείες της Σίβυλλας. Και για να προληφθεί η κάθε απερίσκεπτη “σκέψη”, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έπλασε αυτές τις προφητείες η ίδια η Αγία για τους εξής βασικότατους λόγους: Δεν θα μπορούσε να πει ένα τόσο μεγάλο ψέμα σχετικά με την ιέρεια του Απόλλωνα μπροστά στους σοφότερους εκπροσώπους της αρχαίας θρησκείας, διότι αμέσως όλοι θα διαπίστωναν το ψέμα της. Όμως, όχι μόνο δεν την κατηγόρησε κανείς για αναλήθειες, αλλά αντιθέτως οι σοφοί ειδωλολάτρες παραδέχτηκαν την λεκτική τους ήττα και όλοι αμέσως ασπάστηκαν με τη θέληση τους τον Χριστιανισμό με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να τους θανατώσει.

Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να αμφισβητήσει την αδιάσειστη αλήθεια ότι τα προφητικά αυτά λόγια βγήκαν από το στόμα της Σίβυλλας. Σε άλλο χειρόγραφο που βρίσκεται στην Αγιορείτικη Μονή Διονυσίου, αναφέρεται μια άλλη προφητεία της Σίβυλλας:

«Σας προφητεύω έναν τρισυπόστατο Θεό στα ύψη εκτεινόμενο του οποίου ο αιώνιος Λόγος σε ανυποψίαστο κόρη θα κυοφορηθεί, όπως ακριβώς το φέρον φωτιά τόξο, το μέσον του κόσμου διαπερνώντας. Όλο τον κόσμο αφού επαναφέρει στην ζωή, και στον Πατέρα θα τον προσφέρει σαν δώρο. Μαρία θα είναι το όνομα αυτής».

Βλέπουμε λοιπόν ότι η Θεία Πρόνοια μέσω του “σπερματικού λόγου” (όπως τον ονόμασαν οι Πατέρες της Εκκλησίας) φώτισε κάποιους Έλληνες της Αρχαιότητας και έτσι άφησαν εκατοντάδες χρόνια πρίν τον Χριστό προφητείες για την έλευσή Του.

Και άλλοι αρχαίοι λαοί έδωσαν τέτοιες προφητείες χωρίς να πλησιάζουν σε καμία περίπτωση την ακριβολογία των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης περιοριζόμενες αποκλειστικά και μόνο στην αναφορά για τον ερχομό κάποιου Σωτήρα πού θα λυτρώσει τον κόσμο.

Οι προφητείες όμως των αρχαίων Ελλήνων δίνουν λεπτομερέστατα στοιχεία για τον Χριστό (γέννηση Του από την Παρθένο Μαρία, θεανθρώπινη φύση Του, θαύματα Του, Σταύρωση, Κάθοδος στον Άδη και Ανάσταση Του, τρείς υποστάσεις του Θεού). Έτσι, πολλές απ’ αυτές καθίστανται ισάξιες με τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ κάποιες άλλες τις ξεπερνούν κιόλας.

Αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και ο μεγάλος μας εκκλησιαστικός συγγραφέας Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (2ος αιώνας μ.Χ), ο οποίος στο έργο του Στρωματείς (5,13) δηλώνει απερίφραστα: «Ούκ οίμαι υπό Ελλήνων σαφέστερον προσμαρτυρήσεσθαι τόν Σωτήρα ημών» δηλαδή «δεν είναι δυνατόν, νομίζω, να προαναγγελθεί σαφέστερα από τους Έλληνες ό Σωτήρας μας».

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι σοφοί Έλληνες της αρχαιότητας όχι μόνο πίστευαν σε ένα Θεό αλλά μίλησαν κιόλας για την τριαδικότητα Του, για την διττή φύση του Χριστού, για την Σταύρωση και την Ανάστασή Του. Προσπαθούσαν να αποδεσμευτούν από τη δυναστεία των θεών και να πλησιάσουν τον ένα και αληθινό Θεό.

Αποδεικνύεται πως περίμεναν καρτερικά την έλευση του Χριστού για αιώνες. Γι’ αυτό και όταν έγινε η συνάντηση Χριστού και Ελλήνων, ο Χριστός είπε: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου» (Κατά Ιωάννην -12,23) δηλαδή «έφτασε ή ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου (=ο Χριστός)». Και έτσι έγινε…

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Μιά απλή και περιεκτική εξήγηση της Θείας Λειτουργίας

Η οικονομική κρίση έχει φέρει πολλούς συνανθρώπους μας πίσω στην Εκκλησία. Οι πιο πολλοί συμετέχουν για πρώτη φορά στην ζωή τους στην Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία. Παρακάτω θα βρείτε μια περιγραφή του Μυστηρίου σε απλή γλωσσα η οποία θα βοηθήσει την κατήχησή σας και την συμμετοχή σας στην Μυστηριακή ζωή .

Η Θεία Λειτουργία αρχίζει!!!
Η λειτουργία των Κατηχουμένων
Η Λειτουργία των Κατηχουμένων, αντιστοιχεί στην παρουσία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους, στους οποίους δίδαξε τον Λόγο της Αλήθειας.
Στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού μπορούσαν να συμμετέχουν σ’ αυτήν και οι Κατηχούμενοι, δηλαδή όσοι προετοιμάζονταν να γίνουν Χριστιανοί, χωρίς να έχουν βαπτισθεί ακόμη.

Ο Ιερέας αρχίζει μέσα από το Άγιο Βήμα με την εκφώνηση:
«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Έτσι δοξολογεί τον Τριαδικό Θεό και τον προσκαλεί να είναι παρών στο μυστήριο. Την ίδια ώρα ο Ιερέας κρατάει στα χέρια του το Ευαγγέλιο και στυαυρώνει με αυτό την Αγία Τράπεζα.

Ο λαός απαντάει: «Αμήν». Είναι μια εβραϊκή λέξη που σημαίνει «ας γίνει» ή «πραγματικά, αληθινά».

Τα ειρηνικά

Στη συνέχεια, ο διάκονος όρθιος μπροστά στην Ωραία Πύλη μοιάζει με άγγελο που καλεί τον λαό να προσευχηθεί.
Αρχίζει με την αίτηση για την ειρήνη, γιατί χωρίς αυτήν είναι αδύνατη η προσευχή.

Και οι πιστοί αναφωνούν νοερά, μαζί με τον χορό που ψάλλει: «Κύριε ελέησον» (=Κύριε, ελέησέ μας).

Όρθιος μπροστά στην Ωραία Πύλη, κρατώντας πάντα ανασηκωμένο το οράριο σαν απλωμένη αγγελική φτερούγα, ο διάκονος παρακινεί τον λαό σε προσευχή
  • για την «άνωθεν ειρήνη» και την σωτηρία των ψυχών τους,
  • για την ειρήνη όλου του κόσμου, για να είναι ακλόνητες οι άγιες Εκκλησίες του Θεού και για την ένωση όλων των ανθρώπων,
  • για τον ιερό ναό και όσους μπαίνουν μέσα σ’ αυτόν με πίστη, ευλάβεια και φόβο Θεού,
  • για τον Αρχιεπίσκοπο,
  • για το έθνος μας, τους άρχοντες και τον στρατό,
  • για την πόλη ή το χωριό, όπου τελείται η Λειτουργία,
  • για να είναι ευνοϊκές οι καιρικές συνθήκες, για να δώσει η γη πλούσιους καρπούς και για χρόνια ειρηνικά,
  • για τους ταξιδιώτες, τους αρρώστους, τους κουρασμένους, τους αιχμαλώτους
  • για να απαλλαγούμε όλοι μας από κάθε οργή, κίνδυνο και δύσκολη περίσταση.
Για να δείξει την αδυναμία των προσευχών μας, ο διάκονος στρέφεται στις μορφές της Θεοτόκου και των Αγίων, στο Τέμπλο, και καλεί τους πιστούς να θυμηθούν εκείνους που ήξεραν να προσεύχονται καλύτερα από εμάς, και που τώρα παρακαλούν για μας στους ουρανούς. Μας καλεί επίσης να προσφέρουμε ο καθένας τον εαυτό του κι ο ένας τον άλλον, καθώς και όλη τη ζωή μας στον Χριστό και Θεό μας.

Η ειρήνη
«Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν!
Ειρήνη πάσι!
Πολύ συχνά ακούμε στον ναό εκφωνήσεις και ευχές που μιλούν για την ειρήνη. Μας υπενθυμίζουν ότι βρισκόμαστε στον οίκο του Θεού της ειρήνης και ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι το βασίλειο της ειρήνης.

Γι’ αυτό κάθε πιστός πρέπει να βιώνει την ειρήνη στις σχέσεις του προς τον Θεό, προς τους ανθρώπους και προς τον ίδιο τον εαυτό του.

  • Προς τον Θεό, με τη διαρκή μετάνοια και την τήρηση των εντολών Του.
  • Προς τους ανθρώπους, με την αγάπη, την υπομονή, την πραότητα, την ανοχή, την σπλαγχνικότητα.
  • Και προς τον εαυτό του, με την υπακοή στην φωνή της συνειδήσεώς του.
Ας θυμόμαστε πάντα την συμβουλή του Αποστόλου: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους. Επιδιώκετε και την αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δεν θ’ αντικρύσει τον Κύριο» (Εβρ. 12,14).

Τα «αντίφωνα»
Είναι στίχοι από ψαλμούς, που συνοδεύονται από έναν ύμνο («εφύμνιο»).
Ψάλλονται «κατ’ αντιφωνίαν», δηλαδή κάποιος απαγγέλει τον στίχο και στη συνέχεια, όλος ο χορός ψέλνει το «εφύμνιο».

Τα αντίφωνα είναι τρία.

  • Το πρώτο έχει σαν εφύμνιο το: «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».
  • Το εφύμνιο του δευτέρου είναι: «Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντάς Σοι: Αλληλούια».
  • Το εφύμνιο του τρίτου είναι το απολυτίκιο της ημέρας.
Τρεις φορές επαναλαμβάνεται η μικρή συναπτή : «’Ετι και έτι εν ειρήνη….», «Αντιλαβού, σώσον…», «Της Παναγίας αχράντου…». Δεν είναι επανάληψη παλαιών ή των ίδιων αιτήσεων, αλλά είναι αναζήτηση καινούργιων εμπειριών. Ξανά και ξανά λοιπόν ζητάμε το έλεός Του, γιατί είναι απερίγραπτοι και απερινόητοι οι οικτιρμοί Του. Εκτός αυτών η επανάληψη μέσα στη Λατρεία και τη ζωή γενικότερα είναι σύνηθες φαινόμενο, εφ’ όσον είναι ευχάριστη η επανάληψη και ουσιώδης. Ποια μάνα δεν φιλάει ξανά και ξανά το παιδί της.

Η Μικρή Είσοδος

Είναι μια μικρή λιτανεία, που γίνεται στην αρχή σχεδόν της Θ. Λειτουργίας.
Η μικρή είσοδος συμβολίζει την έναρξη της δημόσιας ζωής και δράσης του Χριστού. Όταν, δηλαδή, αφού βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, άρχισε να εμφανίζεται μπροστά στα πλήθη των ανθρώπων και να τους διδάσκει τον Λόγο του Θεού.

Ενώ ψάλλεται το «γ’ αντίφωνο», που είναι το απολυτίκιο της ημέρας, ο ιερέας πλησιάζει στην αγία Τράπεζα, παίρνει το Ευαγγέλιο και το βγάζει έξω, στον λαό.

Δεν βγαίνει από την κεντρική πύλη του Ιερού Βήματος, την «Ωραία Πύλη», αλλά από την πλαϊνή.
Ο Ιερέας κρατάει στα χέρια του το Ιερό Ευαγγέλιο. Είναι το πιο ιερό βιβλίο για την Εκκλησία μας. Βρίσκεται πάντοτε πάνω στην Αγία Τράπεζα. Περιέχει αποσπάσματα από τα τέσσερα ευαγγέλια, δηλ. τα κείμενα στα οποία οι τέσσερις Ευαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς, Ιωάννης) κατέγραψαν τη ζωή και τη διδασκαλία του Χριστού.
Κρατάει μάλιστα το Ευαγγέλιο μπροστά από το πρόσωπό του. Δείχνει ότι δεν περνάει ανάμεσά μας αυτός, αλλά ο Κύριος που σε λίγο θα μας διδάξει.

Μπροστά από τον Ιερέα πηγαίνουν παιδιά με λαμπάδες και εξαπτέρυγα. Η λαμπάδα στην Μικρή Είσοδο συμβολίζει τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αυτός προχώρησε μπροστά από τον Χριστό, για να ετοιμάσει το δρόμο Του. Κήρυττε στους ανθρώπους ότι «να, έφτασε η Βασιλεία των Ουρανών».

Μόλις φτάσει στο κέντρο του ναού ο ιερέας αναφωνεί: «Σοφία. Ορθοί». Διακηρύσσει έτσι ότι η Σοφία του Θεού φανερώθηκε στον κόσμο με το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Με το «Ορθοί» καλεί όλους να σταθούν ευλαβικά όρθιοι.

Ύστερα όλοι μαζί ψέλνουμε: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ. Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντάς Σοι: Αλληλούια».
Δηλαδή: «Ελάτε, ας προσκυνήσουμε κι ας λατρεύσουμε τον Χριστό. Σώσε μας, Υιέ του Θεού, εσύ που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψέλνουμε: Αλληλούια».
Στη συνέχεια μπαίνει πάλι στο Ιερό Βήμα. Οι ψάλτες ψέλνουν τα απολυτίκια της εορτής ή του αγίου, που τιμά η Εκκλήσία την ημέρα εκείνη. Κι ακόμη, το απολυτίκιο του Αγίου, στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός και το κοντάκιο της εορτής.

Σε λίγο ψέλνουμε τον Τρισάγιο Ύμνο, δηλαδή το «Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».
Αυτό σημαίνει: «Άγιος είσαι ο Θεός, άγιος και ισχυρός, άγιος και αθάνατος. Ελέησέ μας».

Τα Αναγνώσματα
Στη συνέχεια, ο αναγνώστης θα διαβάσει τον Απόστολο, δηλαδή ένα κομμάτι από τις επιστολές που έγραψαν οι Απόστολοι σε διάφορες Εκκλησίες ή από τις «Πράξεις των Αποστόλων».
Όταν τελειώσει και ο Απόστολος, ο Ιερέας θα εμφανισθεί στην Ωραία Πύλη. Θα κρατάει και πάλι το Ευαγγέλιο, ανοιχτό αυτή τη φορά.

Μπορούμε να δούμε ότι στο κάλυμμα του βιβλίου από την μία πλευρά είναι σκαλισμένη η εικόνα της Σταύρωσης και από την άλλη, της Ανάστασης.
Τώρα οι πιστοί ακούν ένα απόσπασμα από το ιερό αυτό βιβλίο, που θα το διαβάσει ο Ιερέας.

Με τα κεφάλια σκυμμένα ευλαβικά, προσέχοντας το Ευαγγέλιο, όλοι αγωνίζονται να δεχθούν μέσα τους τον σπόρο του θείου Λόγου. Τον σπόρο που σπέρνει ο ουράνιος σπορέας με το στόμα του Ιερέα Του στις καρδιές τους. 

Όχι όμως στις καρδιές εκείνες, που ο Σωτήρας παρομοίασε με τη γη δίπλα στο δρόμο, όπου, αν και έπεσε ο σπόρος, καταπατήθηκε και τα πετεινά του ουρανού, δηλ. οι κακές σκέψεις μας, τον κατέφαγαν.
Ούτε στις καρδιές που μοιάζουν με πέτρινο έδαφος, όπου μολονότι δέχονται μετά χαράς τον σπόρο του λόγου, αυτός δεν βγάζει βαθειές ρίζες –γιατί είναι καρδιές χωρίς βάθος κι ο σπόρος μόλις βλαστήσει ξεραίνεται. 
Ούτε και στις καρδιές που μοιάζουν με γη γεμάτη αγκάθια (τις φροντίδες και τις μέριμνές μας), που πνίγουν τον σπόρο μόλις φυτρώσει. Καρποφορεί μόνο στις καρδιές που μοιάζουν με την καλή γη και δίνουν καρπό, άλλη εκατό φορές περισσότερο, άλλη εξήντα και άλλη τριάντα».

Η λειτουργία των πιστών
Στα παλιά χρόνια, που οι Χριστιανοί βαπτίζονταν σε μεγάλη ηλικία, όσοι δεν είχαν βαπτισθεί ακόμη, αλλά πήγαιναν στη Θεία Λειτουργία για να ακούσουν τον Λόγο του Θεού –οι Κατηχούμενοι- έφευγαν από το ναό μετά το Ευαγγέλιο, μόλις τελείωνε ο Ιερέας το κήρυγμα. Έμεναν τότε μόνο οι βαπτισμένοι Χριστιανοί, οι Πιστοί. Αυτοί μόνο μπορούσαν να συμμετέχουν στη Θεία Λειτουργία και όταν θα ερχόταν η ώρα, να κοινωνούν.
Έτσι, μετά το Ευαγγέλιο αρχίζει το μέρος της Θείας Λειτουργίας, που ονομάζεται Λειτουργία των Πιστών.
Από το σημείο αυτό δεν επιτρέπεται να φεύγει κανείς από το ναό. Όλοι θα μείνουν μέχρι το τέλος της Θ. Λειτουργίας!

Ο ψάλτης αρχίζει τον Χερουβικό Ύμνο, που καλεί τους πιστούς να ξεχάσουν κάθε φροντίδα την ώρα εκείνη, γιατί θα υποδεχθούν τον Βασιλιά των Όλων, μαζί με στρατιές Αγγέλων.

Την ώρα εκείνη ο Ιερέας απλώνει πάνω στην Αγία Τράπεζα το Ειλητό, ένα μεταξωτό πανί, που εικονίζει την ταφή του Κυρίου. Πάνω σ’ αυτό το πανί θα τοποθετηθούν, μετά τη Μεγάλη Είσοδο, ο άγιος Δίσκος (που περιέχει τον Αμνό και τις μερίδες της Παναγίας, των Αγίων και όλων των πιστών) και το Άγιο Ποτήριο (που περιέχει κρασί και λίγο νερό).

Ύστερα, βγαίνει στην Ωραία Πύλη και θυμιάζει όλους τους πιστούς για να θυμίσει σε όλους πως πρέπει να κατευθύνουν την προσευχή τους σαν θυμίαμα μπροστά στον Κύριο, λέγοντας τον 50ο ψαλμό του Δαυίδ, δηλαδή τον ψαλμό της μετανοίας. Το θυμίαμα αυτό συμβολίζει τη σμυρναλόη του Νικοδήμου. Πριν πάρει στα χέρια του ο Λειτουργός τα τίμια Δώρα, ζητά συγγνώμη από τους τυχόν συλλειτουργούς του Ιερείς, και κατόπιν βγαίνει στην Ωραία Πύλη και ζητά συγγνώμη από το λαό.

Ακολουθεί η Μεγάλη Είσοδος.

Ο Ιερέας ξεκινάει από την Προσκομιδή και, κρατώντας τον Άγιο Δίσκο και το Άγιο Ποτήριο, περνάει ανάμεσα από τους πιστούς και από την Ωραία Πύλη μπαίνει στο Ιερό Βήμα για να τα τοποθετήσει πάνω στην Αγία Τράπεζα και να τα σκεπάσει με ένα τετράγωνο ύφασμα, τον «Αέρα», που συμβολίζει το λίθο που σφράγισε τον Πανάγιο Τάφο.

Η λιτανεία αυτή συμβολίζει την είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα για το πάθος και την πορεία του Κυρίου προς τον Γολγοθά και τον Πανάγιο Τάφο (δηλαδή την εναπόθεση Του στην Αγία Τράπεζα). Λέγεται «Μεγάλη Είσοδος» διότι πλησιάζει η τέλεση του μεγάλου Μυστηρίου.

Το θυμίαμα κατά την Μεγάλη Είσοδο συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα με τη φωτιά του θυμιατού και τον ευωδιαστό καπνό του θυμιάματος.

Το θυμίαμα μετά την απόθεση των τιμίων Δώρων επάνω στο Αντιμήνσιο και την κάλυψη τους με τον Αέρα, υποδηλώνει τα αρώματα των Μυροφόρων.

Σε ορισμένους ναούς και στα μοναστήρια, μετά την Μεγάλη Είσοδο, κλείνονται πρώτα τα Βημόθυρα (οι ξύλινες μικρές πόρτες της Ωραίας Πύλης), που σημαίνουν την κάθοδο στον Άδη, και κατόπιν το καταπέτασμα (η κουρτίνα της Ωραίας Πύλης), που υποδηλώνει την εγκατάσταση της κουστωδίας.

ΣΥΝΑΠΤΗ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ – ΣΥΜΒΟΛΟ ΠΙΣΤΕΩΣ – ΑΓΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ
Ύστερα από τη Μεγάλη Είσοδο ακολουθούν οι «Αιτήσεις». Με αυτές ο Ιερέας μας καλεί να ζητήσουμε από τον Κύριο ειρηνική και χωρίς αμαρτίες την ημέρα μας, Άγγελο φύλακα από κάθε κακό, συγχώρηση των αμαρτιών μας, τα καλά και ωφέλιμα για τις ψυχές μας και ειρήνη στον κόσμο και άλλα πνευματικά αγαθά. Κι εμείς, σε κάθε αίτηση, απαντάμε: «Παράσχου, Κύριε» (δηλαδή, «Χάρισέ μας, Κύριε»).

Κατόπιν μας προτρέπει να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο. Στηρίζεται στα λόγια του Χριστού, σύμφωνα με τα οποίαδεν είναι δυνατόν να προσφέρει κανείς το δώρο του στον Θεό, αν προηγουμένως δεν έχει συγχωρεθεί με τον αδελφό του.

Πλησιάζει μετά η ομολογία της πίστεως, όταν δηλαδή όλοι μαζί θα πούμε το «Πιστεύω». Γι’ αυτό ακολουθεί το παράγγελμα του διακόνου: «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμεν». Στα παλιά χρόνια οι θυρωροί έπρεπε να προσέχουν τις πόρτες, μήπως μπει στο ναό κάποιος κατηχούμενος ή άπιστος.

Ενώ απαγγέλουμε το Σύμβολο της Πίστεως, ο Ιερέας ξεσκεπάζει τα τίμια Δώρα και ανακινεί πάνω τους τον «Αέρα». Αυτό συμβολίζει την πνοή του Αγίου Πνεύματος, που σε λίγο θα τα καθαγιάσει.
Μετά καλούμαστε να σταθούμε με ευλάβεια και σεβασμό: «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου…». Τώρα θα προσφέρουμε στο Θεό το μεγάλο Μυστήριο, δείγμα λατρείας και αφοσίωσης.

Ο Ιερέας αρχίζει να απαγγέλλει τη μεγάλη ευχή του Καθαγιασμού των τιμίων Δώρων. Με αυτήν ευχαριστεί τον Θεό για όσα μας έχει δώσει και ιδίως, γιατί έστειλε τον Μονογενή Υιό Του που μας παρέδωσε το μεγάλο Μυστήριο.

Στο σημείο αυτό εκφωνεί τα λόγια, με τα οποία ο Κύριος συνέστησε το Μυστήριο στη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου:
«Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το Σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών» -δηλαδή, «Λάβετε και φάγετε, αυτό είναι το Σώμα μου, που για χάρη σας κομματιάζεται, για τη συγχώρεση των αμαρτιών σας». Την ώρα αυτή ο Ιερέας δείχνει το ψωμί, που σε λίγο θα γίνει Σώμα Χριστού.

Και μετά από λίγο, δείχνει το Άγιο Ποτήριο με το κρασί και λέει:
«Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το Αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ ημών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» -δηλαδή, «Πιείτε απ’ αυτό όλοι, αυτό είναι το Αίμα μου, το αίμα της Καινής Διαθήκης, που χύνεται για σας και για όλους, για την άφεση των αμαρτιών σας».

Και καταλήγει ο Ιερέας, υψώνοντας μαζί τον Άγιο Δίσκο και το Άγιο Ποτήριο: «Τα σα εκ των σων σοί προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα» -δηλαδή, «αυτά τα δικά Σου Δώρα προσφέρουμε σ’ Εσένα σε κάθε καιρό και για όλες τις ευεργεσίες Σου».

Και ακολουθεί η μεγάλη στιγμή. Ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό να στείλει το Άγιο Πνεύμα στα τίμια Δώρα και να τα μεταβάλει σε Σώμα και Αίμα Χριστού.

Ο Ιερέας ευλογεί με το σημείο του Σταυρού πάνω από τον Άγιο Άρτο, λέγοντας: «Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον σώμα του Χριστού σου. Αμήν» -δηλαδή, «Και κάνε αυτόν τον Άρτο, το ίδιο το τίμιο Σώμα του Χριστού Σου. Αμήν».

Και μετά ευλογεί πάνω από το Άγιο Ποτήριο, λέγοντας: «Το δε εν τω Ποτηρίω τούτω τίμιον αίμα του Χριστού σου. Αμήν» -που σημαίνει: «Κι αυτό που είναι μέσα σε τούτο το Ποτήριο, (κάνε το) το ίδιο το τίμιο Αίμα του Χριστού Σου. Αμήν».

Και στη συνέχεια, ευλογώντας σταυρωτά τον Άγιο Άρτο και το Άγιο Ποτήριο, ο Ιερέας λέει: «Μεταβαλών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω. Αμήν, αμήν, αμήν» -δηλαδή, «Αφού τα μεταβάλεις με το Πνεύμα Σου το Άγιο. Αμήν, αμήν, αμήν».

Έτσι γίνεται το θαύμα της μεταβολής του ψωμιού και του κρασιού, που προσέφεραν οι Χριστιανοί, στο ίδιο το Σώμα και το ίδιο το Αίμα του Χριστού. Πόσο μεγάλη είναι η τιμή που μας γίνεται, να παρευρισκόμαστε στο μεγάλο αυτό θαύμα!

Την ίδια ώρα οι πιστοί ψάλλουν: «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοί ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου ο Θεός ημών» -που σημαίνει: «Εσένα υμνούμε, Εσένα ευλογούμε, Εσένα ευχαριστούμε, Κύριε, και Σε παρακαλούμε, Θεέ μας».

Μετά τον Καθαγιασμό των τίμιων Δώρων, ο Ιερέας μνημονεύει όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Πρώτα τους Αγίους –και εξαιρετικά την Θεοτόκο. Ύστερα τους κεκοιμημένους Χριστιανούς. Τέλος, τους ζωντανούς, με πρώτον τον Αρχιεπίσκοπο. Και για να μη μείνει κανείς έξω από το μεγάλο Δείπνο, στο τέλος ζητάει από τον Κύριο να θυμηθεί: «και ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει και πάντων και πασών» -δηλαδή, «και όλους όσους έχει στο νου του ο καθένας, άντρες και γυναίκες».
Σε λίγο, αρχίζει η προετοιμασία για την Θεία Κοινωνία.

ΔΙΠΤΥΧΑ – ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ
Σε λίγο, αρχίζει η προετοιμασία για την Θεία Κοινωνία.
Όταν ο Ιερέας παύσει να μνημονεύει τα ονόματα των πιστών, βγαίνει στην Ωραία Πύλη και ευλογεί όλο το εκκλησίασμα με τον Τίμιο Σταυρό, λέγοντας: «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών», δηλαδή: «Και ας είναι οι δωρεές του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού μαζί με όλους σας». Και οι πιστοί απαντούν: «Και μετά του πνεύματός σου» -«Και με το δικό σου πνεύμα».
Και τότε, αμέσως αρχίζει η

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με μια σειρά δεήσεις μπροστά από τα καθαγιασμένα ήδη Τίμια Δώρα, ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό να αξιώσει αυτόν και τους πιστούς να μεταλάβουν τα άχραντα μυστήρια. Και ο λαός απαντά: «Κύριε ελέησον» ή «Παράσχου Κύριε».

Τότε απαγγέλουν όλοι μαζί την «Κυριακή προσευχή», δηλ. την προσευχή που δίδαξε ο Κύριος στους μαθητές του, πάνω σε ένα ύψωμα της Γαλιλαίας:

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Με την Κυριακή προσευχή, το Πάτερ ημών δηλαδή, οι πιστοί παρακαλούν τον Θεό, που τον ονομάζουν Πατέρα τους:
  • Να δοξάζεται το όνομα του Θεού σε όλους τους ανθρώπους, με τα λόγια και τα έργα των πιστών Του
  • Να έρθει η Βασιλεία του Θεού στις ψυχές όλων των ανθρώπων
  • Να εφαρμόζεται από όλους τους ανθρώπους το άγιο θέλημα του Θεού
  • Να δώσει ο Θεός «τον επιούσιο άρτο», δηλ. όλα όσα είναι αναγκαία για την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου, και πρώτα απ’ όλα το ίδιο το Σώμα και το Αίμα Του
  • Να συγχωρήσει τις αμαρτίες τους, με την προϋπόθεση ότι κι αυτοί θα συγχωρούν τις αμαρτίες των άλλων
  • Να μην επιτρέψει να βρεθούν σε περιστάσεις που θα τους εκθέσουν στον κίνδυνο της αμαρτίας και 
  • Στο τέλος, ομολογούν –με το στόμα του Ιερέα- ότι ο Θεός μπορεί να τους δώσει όλα αυτά γιατί είναι ο αιώνιος βασιλιάς και ο Παντοδύναμος Θεός, που προστατεύει και βοηθά τους ανθρώπους.
Στη συνέχεια ο Ιερέας ευλογεί τους πιστούς, λέγοντας: «Ειρήνη πάσι» -«Ειρήνη σε όλους»- και σε λίγο τους λέει: «Πρόσχωμεν» -«Ας προσέξουμε».

Αμέσως ύστερα, υψώνει τον Άγιο Άρτο και αναφωνεί: «Τα άγια τοις αγίοις»-δηλαδή, «Τα άγια Δώρα είναι για τους αγίους». Εννοεί με αυτό ότι πρέπει να είναι άγιοι όσοι θα δεχτούν μέσα τους το Άγιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Ότι δηλαδή πρέπει να είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι και καθαρισμένοι από τις αμαρτίες τους για να κοινωνήσουν. Και βέβαια, ο Χριστιανός καθαρίζεται από τις αμαρτίες όταν τις ακουμπά στο επιτραχήλιο του Πνευματικού, στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης, αφού πρώτα μετανοήσει (μετανοιώσει) ειλικρινά γι’ αυτές. 

Τότε κλείνει η Ωραία Πύλη.
Ο Ιερέας χωρίζει σε 4 μέρη τον Άγιο Άρτο. Το πρώτο από αυτά τα μέρη το ρίχνει μέσα στο Άγιο Ποτήριο, που περιέχει το πανάχραντο Θείο Αίμα. Το δεύτερο το βάζει στην άκρη για να κοινωνήσουν ο ίδιος και ο διάκονος, χωριστά από το Αίμα. Και τα άλλα μέρη τα κόβει σε μικρότερα τεμάχια, ανάλογα με τον αριθμό εκείνων που θα κοινωνήσουν.

Μ’ αυτόν τον τεμαχισμό δεν διαιρείται το Σώμα του Χριστού. Και στο μικρότερο κομματάκι απ’ αυτά διατηρείται ολόκληρος ο Χριστός – όπως κάθε μέλος του ζωντανού σώματος μας είναι παρούσα ψυχή, όχι μερισμένη, αλλά ενιαία και αδιαίρετη. Όπως σε ένα καθρέφτη, που αν σπάσει σε χίλια κομμάτια, τα ίδια αντικείμενα εξακολουθούν να καθρεφτίζονται ακόμα και στο μικρότερο κομμάτι. Όπως τέλος ένας ήχος διατηρείται ακέραιος και ολόκληρος έστω και αν τον ακούνε χιλιάδες αυτιά.
Ακόμη, θα ρίξει στο Άγ. Ποτήριο το «άγιο ζέον», δηλ. ζεστό νερό, που συμβολίζει την ζεστή Πίστη όσων συμμετέχουν στη Θ. Λειτουργία και τη θερμότητα του Αγίου Πνεύματος.
Ύστερα γονατίζει και διαβάζει κάποιες ευχές με τις οποίες παρακαλεί τον Κύριο να μεταλάβει αξίως.

Ο ίδιος και ο διάκονος, αν υπάρχει, κοινωνούν πρώτα το Σώμα και μετά το Αίμα του Κυρίου, χωριστά. Και αφού κοινωνήσουν, βάζουν προσεκτικά ό,τι υπάρχει πάνω στον Άγιο Δίσκο, μέσα στο Άγιο Ποτήριο.

Στον καιρό της πρώτης Εκκλησίας, οι πιστοί κοινωνούσαν τα θεία Μυστήρια χωριστά, όπως σήμερα οι κληρικοί, παίρνοντας ο καθένας στα χέρια του το πανάχραντο Σώμα του Κυρίου, και πίνοντας ύστερα από το Ποτήριο το πανάχραντο Αίμα Του. 

Όταν όμως κάποιοι χριστιανοί αμαθείς και απαίδευτοι – χριστιανοί στο όνομα μόνο – άρχισαν να παίρνουν τα Τίμια Δώρα στα σπίτια τους και να τα χρησιμοποιούν σε δεισιδαιμονικές και βλάσφημες τελετές, ή και μέσα στην Εκκλησία να τα αντιμετωπίζουν με ασέβεια, δημιουργώντας θόρυβο και ταραχή, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θέσπισε να δίνονται στο λαό ενωμένα το Σώμα και το Αίμα και όχι μέσα στα χέρια τους, αλλά απευθείας στο στόμα, με την αγία Λαβίδα, που εικονίζει την λαβίδα εκείνη με το αναμμένο κάρβουνο, με την οποία το πύρινο Σεραφείμ άγγιξε τα χείλη του προφήτη Ησαΐα, θυμίζοντας έτσι σε όλους τι είναι αυτό που άγγιξε τα χείλη τους. 

Αφού κοινωνήσει πρώτα ο ίδιος και έπειτα μεταδώσει τα Θεία Δώρα και στο διάκονο, ο λειτουργός του Χριστού, εμφανίζεται σαν ένας καινούργιος άνθρωπος, καθαρισμένος με τη θεία Κοινωνία από όλα του τα αμαρτήματα, σαν αληθινά άγιος αυτή τη στιγμή και άξιος να μεταδώσει τα Θεία Δώρα στους πιστούς.

ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ

Βγαίνει στην Ωραία Πύλη, κρατώντας το Άγιο Ποτήριο και καλεί τους πιστούς λέγοντας: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε» -δηλαδή, «Πλησιάστε με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη».

Και όσοι είναι προετοιμασμένοι –καθαρισμένοι από τις αμαρτίες τους, νηστικοί εκείνο το πρωΐ, χωρίς μίσος για κάποιον αδελφό τους, με προσευχή- πλησιάζουν για να δεχθούν μέσα τους το Σωμα και το Αίμα του Χριστού, για να γίνουν «σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού» -δηλ. για να έχουν το ίδιο με τον Χριστό Σώμα και το ίδιο Αίμα.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ – ΑΠΟΛΥΣΗ
Μετά την Θ. Κοινωνία ψέλνουν όλοι το «Είδομεν το φως το αληθινόν…», έναν ύμνο για το Άγιο Πνεύμα, με τον οποίο ομολογούν την πίστη τους στην Αγία Τριάδα και την δοξολογούν, με αφορμή το μεγάλο μυστήριο που τελέσθηκε με τη δύναμη του Τριαδικού Θεού και στο οποίο όλη η Εκκλησία συμμετείχε.

Όλοι οι πιστοί ευχαριστούν τον Θεό, για το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, το οποίο κοινώνησαν. Και βέβαια, εννοείται ότι κανείς δεν φεύγει πριν ευχαριστήσει τον Θεό για τα μεγάλα αυτά Δώρα. Αλλιώς μοιάζει με τον Ιούδα, που έφυγε από τον Μυστικό Δείπνο, αμέσως μόλις έλαβε από τον Άρτο.

Οι πιστοί, γεμάτοι ευγνωμοσύνη στον Κύριο για την Θεία Κοινωνία και για τις πλούσιες ευλογίες ψέλνουν τον ύμνο του Ιώβ: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και εως του αιώνος» -«Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο, τώρα και πάντοτε».

Ύστερα, ο Ιερέας ευλογεί τους πιστούς και κάνει την απόλυση. Τώρα οι πιστοί μπορούν να απολυθούν εν ειρήνη, δηλαδή να αποχωρήσουν από το ναό με την ειρήνη του Θεού, για να πάνε στο σπίτι τους να … συνεχίσουν την Θεία Λειτουργία. Όχι απαραίτητα να ψάλλουν, αλλά με την συμπεριφορά τους από εκεί και στο εξής να φέρονται όπως αρμόζει σε όποιον κατοικεί μέσα του ο Χριστός. Να μεταφέρουν τον αγιασμό που δέχθηκαν σε όλους τους γύρω τους, στους οποίους βέβαια θα φέρονται με την αγάπη του Χριστού, που πρώτα στην Θ. Λειτουργία έζησαν.

Όσοι δεν κοινώνησαν, στο τέλος παίρνουν αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα. Αντίδωρο είναι αυτό που δίνεται αντί για το δώρο, την Θ. Ευχαριστία. Ο καθένας, παίρνοντας ένα κομμάτι αντίδωρο, πρέπει να το δέχεται σαν ψωμί από το συμπόσιο εκείνο, όπου ο ίδιος ο Δημιουργός μίλησε στον λαό Του, και να το τρώει με ευλάβεια, θεωρώντας όλους τους ανθρώπους γύρω του σαν αληθινά και πολυαγάπητα αδέρφια του.

Σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια, πρέπει να το φάει πριν από κάθε άλλη τροφή. Μπορεί ακόμη να το πάρει στο σπίτι, στην οικογένειά του, ή να το προσφέρει σε αρρώστους, σε φτωχούς και σε κάθε άλλον, που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπόρεσε να έρθει στην εκκλησία για την Λειτουργία.
Αλλά και όποιος κοινώνησε προσέχει, σύμφωνα με την παλαιά ευλαβική συνήθεια, να μην φτύσει την ημέρα εκείνη. Το αίμα του, είπαμε, έχει γίνει ένα με του Χριστού το Αίμα και στο στόμα του ενδέχεται να βρίσκεται ακόμη κάποιο μικρό κομμάτι Αγίου Άρτου, που ωστόσο είναι ολόκληρο του Χριστού το Σώμα.

Και βέβαια, δεν συμμετέχουμε στα άχραντα μυστήρια μόνο κάθε… Χριστούγεννα και Πάσχα. Σίγουρα, αν δεν κοινωνήσουμε σ’ αυτές τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίοας μας, τα κοσμικά τραπέζια και τα πανηγύρια μόνο δεν έχουν κανένα νόημα. Δεν γεννιέται μέσα μας ο Χριστός ούτε ζούμε την Ανάστασή Του. Μόνο με την Θεία Κοινωνία γίνεται αυτό.

Η συμμετοχή μας, ωστόσο, να είναι όσο γίνεται πιο τακτική. Εννοείται, με την ευλογία του πνευματικού μας και μετά από κατάλληλη προετοιμασία. Όσο συχνότερα μπορεί κανείς να παίρνει μέρος σ’ αυτό το ιερό πανηγύρι της Αγάπης.

Ο Θεός γνωρίζει αλλά δεν προορίζει

Είναι ασύλληπτη η γνώση του Θεού απ’ το δικό μας νου. Είναι άπειρη, περιλαμβάνει όλα τα όντα, ορατά και αόρατα, έσχατα και αρχαία. Τα γνωρίζει ο Θεός όλα με ακρίβεια, σε όλο το βάθος και το πλάτος τους. Ο Κύριος γνωρίζει εμάς, πριν γνωρίσομε εμείς τον εαυτό μας.

Γνωρίζει τις διαθέσεις μας και την παραμικρή μας σκέψη, τους λογισμούς, τις αποφάσεις μας, πριν να τις πάρουμε. Αλλά και προ της συλλήψεώς μας και προ καταβολής κόσμου μας γνώριζε καλά. Γι΄αυτό ο Δαβίδ θαυμάζει και φωνάζει: «Κύριε, εδοκίμασάς με και έγνως με …».


Το Πνεύμα το Άγιον εισχωρεί παντού. Γιαυτό εκείνος που εμφορείται υπό του Αγίου Πνεύματος έχει και αυτός τη γνώση του Θεού. Γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον. 

Του τα φανερώνει το Άγιον Πνεύμα. Τίποτα δεν είναι άγνωστο στον Θεό απ’ τις πράξεις μας, αλλά γράφονται όλα. Γράφονται κι όμως δεν γράφονται. Γεννιούνται και υπάρχουν, αλλά δεν γεννιούνται. Αυτό που ξέρετε εσείς τώρα, το ξέρει ο Θεός προ καταβολής κόσμου. Σας θυμίζω αυτό που λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στην Ευχή προ της Θείας Μεταλήψεως. Διαβάστε: «Το μεν ακατέργαστόν μου έγνωσαν οι οφθαλμοί Σου· επί το βιβλίον δε Σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει».

Αυτά τα λόγια κάποιοι τα παρεξηγούν και τα μπερδεύουν. «Αφού ο Θεός τα έχει όλα γραμμένα, έχουμε μοίρα, λένε, έχουμε τύχη, έχουμε πεπρωμένο. Άρα ήταν γραμμένο και πεπρωμένο να κάνεις, για παράδειγμα, φόνο· σε είχε προορίσει γι’ αυτό ο Θεός». Θα μου πεις: «Αν είναι γραμμένο ότι εγώ επρόκειτο να σκοτώσω εσένα, είμαι εγώ υπεύθυνος ή ανεύθυνος; Αφού και τα «μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει», γιατί να είμαστε υπεύθυνοι οι άνθρωποι; Τώρα πες μου εσύ, που λέεις ότι ο Θεός είναι αγαθός, γιατί το έγραφε και δεν με απέτρεπε να το κάνω;».

Εδώ είναι το μυστήριο. Ο Θεός εν τη παντοδυναμία Του και παγγνωσία Του γνωρίζει τα πάντα, και τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά δεν είναι Εκείνος υπαίτιος για το κακό. Ο Θεός προγνωρίζει αλλά δεν προορίζει (Λόγια Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου). Για τον Θεό δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα ενώπιόν Του. Πως το λέει ο απόστολος Παύλος; «Πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Ως παντογνώστης γνωρίζει και το αγαθό και το κακό. Συνεργάζεται με το αγαθό ως φύσει αγαθός και είναι ξένος του κακού. Αφού είναι ξένος του κακού, πώς είναι δυνατόν να μας προορίζει γι’ αυτό; Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα καλά λίαν και έδωσε σε όλα αγαθό άγιο προορισμό.

Το κακό είναι πρόβλημα, το οποίο η θρησκεία μας το εξηγεί μ’ ένα θαυμάσιο τρόπο, που καλύτερος δεν υπάρχει. Η εξήγηση που του δίνει είναι η εξής:

Το κακό υπάρχει και προέρχεται απ’ τον διάβολο. Μέσα μας έχουμε και το κακό πνεύμα και το αγαθό πνεύμα και μάχονται αλλήλους. «Ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει· ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά».Μέσα μας δηλαδή γίνεται πάλη μεταξύ καλού και κακού. Σ’ αυτήν όμως την πάλη ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ν’ αποφασίσει τι θα διαλέξει. Άρα δεν είναι ο Θεός που προορίζει κι αποφασίζει, αλλά η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.

Ο Θεός εν τη παντογνωσία Του γνωρίζει μ’ όλη την ακρίβεια όχι απλώς από πριν, αλλά προ καταβολής κόσμου ότι ο τάδε θα κάνει, παραδείγματος χάριν, φόνο, όταν γίνει τριάντα τριών ετών. Αλλά ο άνθρωπος εν τη ελευθερία της βουλήσεώς του – δώρο που του έδωσε ο Θεός και το διαστρέβλωσε – ενεργεί αυτοβούλως.

Δεν είναι ο Θεός ο αίτιος, ούτε μας προορίζει γι’ αυτό το σκοπό. Η παγνωσία Του δεν μας υποχρεώνει. Σέβεται την ελευθερία μας, δεν την καταργεί. Μας αγαπάει, δεν μας κάνει δούλους, μας δίνει αξία. Ο Θεός δεν επεμβαίνει στην ελευθερία μας, τη σέβεται, μας δίνει το ελεύθερο. Άρα είμαστε υπεύθυνοι, διότι κάνουμε αυτό που θέλομε εμείς. Δεν μας αναγκάζει ο Θεός. Είναι προδιαγεγραμμένο και γνωστό στον Θεό ότι θα σκοτώσεις εσύ αυτόν τον άνθρωπο, αλλά δεν είναι κανονισμένο υπό του Θεού να το κάνεις.

Πώς είναι δυνατό ο Θεός, που μας εδημιούργησε από άπειρη αγάπη κι ο ίδιος είναι απόλυτη αγάπη και θέλει μόνο την αγάπη, να θελήσει να σε οδηγήσει στην κακία και στο φόνο; Σου δίνει την ελευθερία και μετά σου την παίρνει; Εσύ ενεργείς ελεύθερα, εσύ αποφασίζεις αυτό που ο Θεός γνωρίζει εκ των προτέρων, χωρίς να σε αναγκάζει, γι’ αυτό και είσαι εσύ υπεύθυνος.

Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά, θέλουν θείο φωτισμό, για να τα κατανοήσει ο άνθρωπος. Είναι μυστήρια. Το αγαθό στη φύση είναι μυστήριο. Δεν είναι ωραίο ένα λουλουδάκι με ποικίλα χρώματα, που σε τραβάει και σε κάνει να το αγαπήσεις; Το πλησιάζεις κι έχει άρωμα τόσο ευγενικό, τόσο λεπτό, που σε κάνει να το αγαπάεις πιο πολύ. Αυτό είναι το αγαθό. Έ ναι, αλλά δεν είναι όμως κι αυτό μυστήριο; Πώς έγιναν αυτά τα χρώματα, πώς έγινε αυτό το άρωμα; Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τα πουλιά, για τα ζώα, για τα υδρόβια. Όλα εκφράζουν την αγαθότητα του Θεού.

Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ό,τι πιο ωραίο και καλό. Τον προόρισε να γίνει τέλειος. Του έδωσε, όμως, και την ελευθερία κι έτσι έγκειται και σ’ εκείνον ν’ ακολουθήσει το αγαθό ή το κακό. Από το ένα μέρος η αγάπη του Θεού κι από το άλλο η ελευθερία του ανθρώπου. Αγάπη και ελευθερία μπλέκουν. Ενώνεται το πνεύμα με το Πνεύμα. Αυτή είναι η μυστική ζωή. Όταν το πνεύμα μας ενώνεται με το Πνεύμα του Θεού, τότε κάνουμε το αγαθό, γινόμαστε αγαθοί.

Για τα πάθη μας ευθύνεται άλλος, η βούλησή μας. Ο Θεός δεν θέλει να περιορίσει τη βούλησή μας, δεν θέλει να μας πιέσει, δεν θέλει να επιβάλει τη βία. Από μας εξαρτάται τι θα κάνουμε και πώς θα ζήσουμε. Ή θα ζούμε τον Χριστό και θα έχουμε τα θεία βιώματα και την ευτυχία ή θα ζούμε στη μελαγχολία και στη λύπη. Μέση κατάστασις, μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή θα είσαι ή δεν θα είσαι. Ή το ένα ή το άλλο. Η φύση εκδικείται, μισεί το κενό. Το καθετί μπορεί να είναι έτσι, αλλά μπορεί και να μην είναι. Το φίλημα επί παραδείγματι μπορεί να είναι άγιο και μπορεί να είναι πονηρό. Αλλ’ αυτό έχει αξία, να ενεργεί ο άνθρωπος ελεύθερα. … Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο να ζητάει μόνος του να γίνει καλός, να το επιθυμεί μόνος του και να γίνεται, τρόπον τινα, σαν δικό του το κατόρθωμα, ενώ στην πραγματικότητα προέρχεται απ’ την χάρι του Θεού. Έρχεται πρώτα στο σημείο να το θέλει, να το αγαπάει, να το επιθυμεί και κατόπιν έρχεται η θεία χάρις και το κατορθώνει.

Ο Θεός είναι αγάπη δεν είναι απλός θεατής της ζωής μας. Προνοεί και ενδιαφέρεται ως Πατέρας μας που είναι, αλλά σέβεται και την ελευθερία μας. Δεν μας πιέζει. Εμείς να έχουμε την ελπίδα μας στην πρόνοια του Θεού και, εφόσον πιστεύομε ότι ο Θεός μας παρακολουθεί, να έχουμε θάρρος, να ριχνόμαστε στην αγάπη Του και τότε θα Τον βλέπομε διαρκώς κοντά μας. Δεν θα φοβόμαστε μήπως παραπατήσουμε.

Πόσες βελόνες έχει το κάθε πεύκο; Ο Θεός τις γνωρίζει και χωρίς τη δική Του θέληση ούτε μία δεν πέφτει κάτω. Όπως και οι τρίχες της κεφαλής μας και αυτές όλες είναι ηριθμημέναι. Εκείνος φροντίζει και για τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής μας, μας αγαπάει, μας προστατεύει.

Εμείς ζούμε σαν να μην αισθανόμαστε το μεγαλείο της θείας προνοίας. Ο Θεός είναι πολύ μυστικός. Δεν μπορούμε να καταλάβομε τις ενέργειές Του. Μη νομίζετε ότι ο Θεός το έκανε έτσι και μετά το διόρθωσε. Ο Θεός είναι αλάθητος. Δεν διορθώνει τίποτα. Ποιος είναι, όμως, στο βάθος ο Θεός, στην ουσία, εμείς δεν το γνωρίζομε. Τις βουλές του Θεού, δεν μπορούμε να τις εξιχνιάσομε.

Όταν ο Θεός μας δωρίσει το χάρισμα της ταπεινώσεως, τότε όλα τα βλέπουμε, όλα τα αισθανόμαστε, τότε Τον ζούμε τον Θεό πολύ φανερά. Όταν δεν έχομε την ταπείνωση, δεν βλέπομε τίποτα. Το αντίθετο όταν αξιωθούμε της αγίας ταπεινώσεως, τα βλέπουμε όλα, τα χαιρόμαστε όλα. Ζούμε τον Θεό, ζούμε τον Παράδεισο μέσα μας, που είναι ο ίδιος ο Χριστός.