Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Χριστός Ανέστη


Είναι δυνατόν να αποδειχθεί το γεγονός της ανάστασης του Ιησού Χριστού;

Τα ιστορικά και προσωπικά γεγονότα δεν ανιχνεύονται και αποδεικνύονται με θετικο-επιστημονικό τρόπο, αλλά με ιστορικο-νομικό. Δηλαδή από: Συλλογή πληροφοριών, μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, συγκρίσεις γραπτών κειμένων, αναφορές τρίτων ή γραπτές μαρτυρίες των ιδίων των πρωταγωνιστών, εξέταση διαφόρων αντικειμένων, αρχαιολογικών ερευνών κ.α. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τα γεγονότα της Αγίας Γραφής και της ανάστασης του Κυρίου.

Δεν χωρεί εδώ επιστημονικο-θετική επαλήθευση. Ενώ λ.χ. για ένα πείραμα βιολογίας ή φυσικής χρησιμοποιούμε μεθόδους των φυσικών επιστημών, στον τομέα της ιστορίας, όπως είπαμε δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ίδια μέθοδο. Δεν κάνουμε πειράματα για να αποδείξουμε δηλαδή ότι έζησε π.χ. ο Σωκράτης, ούτε μπορούμε στο εργαστήριο να αποδείξουμε την ανάσταση του Χριστού. Από χριστιανικής πλευράς: Ελέγχουμε αξιόπιστες αποδείξεις από τον βίο και την πολιτεία πολλών χιλιάδων μαρτύρων πίστεως που ενώθηκαν με τον Θεό και αγίασαν, εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες των Ευαγγελίων, εξωβιβλικές πηγές που αναφέρονται στον Χριστό και τους χριστιανούς κ.λπ. Διαθέτουμε μάλιστα πάμπολλες προφητείες που επαληθεύτηκαν στον Χριστό, τα άφθαρτα λείψανα των αγίων που θαυματοποιούν και μυροβλύζουν, το αναλλοίωτο του αγιασμένου νερού, του αντίδωρου και της Θείας Κοινωνίας, το άκτιστο θείο φως του οποίου είχαν εμπειρία τόσοι και τόσοι άγιοι, τα χιλιάδες θαύματα του Θεού διαχρονικά στην ιστορία και μέσω των αγίων Του, την τέλεια αναμαρτησία και διδασκαλία του Θεανθρώπου, τα πολυπληθή διασωζόμενα στα Ευαγγέλια θαύματά Του, την αυτοθυσία των αποστόλων χάριν του Χριστού, την θαυματουργική μεταστροφή του αποστόλου Παύλου, την ύπαρξη της Εκκλησίας για 2.000 χρόνια –γεγονός που και ο Χριστός προφήτευσε- κ.α. ‘Η ζωή ευτυχώς γνωρίζεται όσο τη ζεις’, και η ομορφιά και το νόημά της δεν προκύπτουν από εργαστηριακές επαληθεύσεις. Αξίες όπως η αγάπη, η φιλία, η ειρήνη κ.λπ. είναι ευλογία που δεν προκύπτουν από πειράματα χημείας και φυσικής.

Ο φυσικομαθηματικός Πασκάλ αλλά και ο ιερός Χρυσόστομος πρωτύτερα, είχαν τονίσει τη μεγάλη αξία της θυσίας των αποστόλων και των μαθητών του Κυρίου ως απόδειξη ισχυρή για την Ανάστασή Του.

Το κυρίως ελπιδοφόρο μήνυμα ολόκληρης της Αγίας Γραφής, και ιδιαιτέρως της Καινής Διαθήκης είναι η Ανάσταση του Χριστού. Το μαρτυρικό τέλος των αποστόλων και μαθητών του Χριστού είναι μεγάλη απόδειξη για την αλήθεια της ανάστασης του Κυρίου. Δεν θα κήρυτταν ποτέ, με τέτοιο σθένος και δύναμη και με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους, αυτοί οι άλλοτε δειλοί ψαράδες, τελώνες κ.λπ. ένα ψέμα, που τους οδήγησε, και ήταν εν γνώσει τους, όχι μόνο στο να γίνουν αποσυνάγωγοι, να χάσουν περιουσίες, να κυνηγηθούν, να φυλακιστούν και να μαστιγωθούν επανειλημμένως, αλλά και να μαρτυρήσουν με την ζωή τους τον ένδοξο και αναστημένο Χριστό. Υπήρχε περίπτωση να δεχθούν να πεθάνουν ατιμωτικά και με φρικτά βασανιστήρια μια ομάδα ανθρώπων-αποστόλων, εάν γνώριζαν ότι κηρύττουν παραμύθια για μικρά παιδιά; Διότι όχι μόνο δεν διέθεταν κανένα κοσμικό μέσο, γνωριμίες και πολιτικές διασυνδέσεις εξασκώντας αρχικά το δημόσιο κήρυγμά τους περί ενός μάλιστα ταπεινωμένου, εξοντωμένου πάνω στο σταυρό και ως κακούργου θεωρουμένου βασιλέα, αλλά και διότι τρελοί δεν ήσαν, αν σκεφθούμε ότι το κήρυγμά τους είναι ό,τι πιο υψηλό έχουν να επιδείξουν όλοι οι αιώνες. Οι ευαγγελιστές άλλωστε δεν μιλάνε για συγκεκριμένη ώρα ανάστασης που δεν γνωρίζουν, ενώ ο αναστάς καταγράφεται στα ευαγγέλια ότι εμφανίστηκε στους μαθητές του σε έντεκα περιπτώσεις και σε πάνω από 500 αδελφούς.

Άλλοι ρωτάνε άν ήταν δυνατόν να είχε απλά ...... λιποθυμήσει ο Ιησούς πάνω στο σταυρό, να σηκώθηκε αργότερα και να βγήκε από τον τάφο!

Αυτά έχουν ειπωθεί και έχουν ερευνηθεί από πολλούς ιστορικούς, φιλόσοφους, θεολόγους και άθεους φιλολόγους. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς εκτελέσθηκε δημόσια, πιστοποιήθηκε η εκτέλεσή Του από τον Ρωμαίο Επίτροπο Πιλάτο, από τον υπεύθυνο εκατόνταρχο και τους Ρωμαίους στρατιώτες, και, πριν απ' όλα αυτά, δέχθηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα με ακόντιο στην πλευρά, από την οποία οπή, σε μέγεθος γροθιάς, έτρεξε αίμα και νερό (Ιω. 19,34). Ο ορός αυτός (νερό και αιμοσφαίρια), που σχηματίζεται στο περικάρδιο ενός νεκρού ανθρώπου και σταματά την κίνηση της καρδιάς, είναι σήμερα μια μοναδική ιατροδικαστική απόδειξη ότι ο αρχηγός της Ζωής είχε πράγματι πεθάνει. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ήταν αδύνατον να είχε απλά ...... λιποθυμήσει ο Ιησούς, να σηκώθηκε και να βγήκε από τον τάφο. Άλλωστε ούτε οι Εβραίοι τόλμησαν να ισχυριστούν κάτι τέτοιο, παρά μίλησαν μόνο για κλοπή. Θα μπορούσε εξάλλου ο καταταλαιπωρημένος και καταπληγωμένος Ιησούς να κυλήσει τον τεράστιο ογκόλιθο αλλά και να αγνοηθεί από την φρουρά; Το πρωί της Κυριακής του Πάσχα ο τάφος ήταν άδειος. Πιστοποιήθηκε από τις Μυροφόρες και τους μαθητές Του, αλλά και από τους Ιουδαίους, που δεν κατάφεραν να κρατήσουν δέσμιο τον αναστάντα, ακόμη και με την τοποθέτηση ογκόλιθου έξω από τον τάφο και φρουράς ενόπλων στρατιωτών. Δεν συζητάμε την ευφάνταστη περίπτωση να είχαν κλέψει το σώμα Του κάποιοι από τους εχθρούς του, Ηρωδιανοί και Σαδδουκαίοι καθώς και στελέχη του Ναού, αφού αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν: την λαϊκή πίστη ότι ίσως ανασταινόταν απ’ τους νεκρούς.

Μπορεί να ρωτήσει κάποιος...- πώς είμαστε σίγουροι ότι την ψευδή είδηση πως οι μαθητές του Χριστού έκλεψαν το νεκρό σώμα Του, είχαν διαδώσει οι Ιουδαίοι; (Ματθ. 28,11-13).

Αυτό αποδεικνύεται, με τις δύο ακόλουθες σκέψεις: Καταρχάς, ο τάφος ήταν πράγματι άδειος, και αυτό διαπιστώνεται από δύο τινά: Το ένα είναι πως αν κατείχαν οι Ιουδαίοι αρχιερείς το νεκρό σώμα του Ιησού, θα το παρουσίαζαν αμέσως ως απόδειξη τού ότι δεν είχε αναστηθεί εκ του τάφου και για να σταματήσουν το κηρυκτικό έργο των αποστόλων. Το δεύτερο είναι μια έγγραφη απόδειξη από τον Ιουστίνο, το Φιλόσοφο και Μάρτυρα, ο οποίος ήταν μάλιστα και Ιουδαίος. Αυτός ο θείος άνδρας, 100 χρόνια περίπου μετά την ανάσταση του Χριστού, στο έργο του “Διάλογος προς Τρύφωνα” αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι είχαν στ' αλήθεια διαδώσει μια τέτοια πλάνη, ότι δηλαδή οι μαθητές της “παράνομης αίρεσης των Χριστιανών” είχαν κλέψει το σώμα τού εκτελεσθέντος από τους ομοεθνείς του, Ιησού, τη νύχτα κατά την οποία πέθανε και ετάφη. Δεδομένου ότι ο Ιουστίνος, απευθυνόμενος στο ιουδαϊκό του περιβάλλον προς υπεράσπιση του Χριστιανισμού, προβάλλει μια τέτοιας εκτάσεως κατηγορία προς αυτούς, πιστοποιεί ότι πράγματι ο τάφος την Κυριακή του Πάσχα βρέθηκε κενός καί από τους Ιουδαίους καί από τους μαθητές του Χριστού. Ούτε μπορούμε να υποθέσουμε, ότι είχαν κλέψει το σώμα Του οι μαθητές Του, διαδίδοντας στη συνέχεια ότι αναστήθηκε

Δότι: α) οι δειλοί και έντρομοι ψαράδες-μαθητές του Χριστού θα είχαν μεταμορφωθεί από μόνοι τους και εντελώς ξαφνικά σε θαρραλέους λέοντες, αψηφώντας τον επικείμενο θάνατό τους σε περίπτωση που τους συνελάμβαναν, ενώ όσο ακόμη Εκείνος ζούσε τον αρνήθηκαν, τον πρόδωσαν, τον εγκατέλειψαν και κρύφτηκαν από μεγάλο φόβο, β) θα είχαν αψηφήσει την πάνοπλη ρωμαϊκή φρουρά ή θα την είχαν νικήσει ή θα είχαν περάσει ανάμεσά τους όταν όλοι (;)κοιμόντουσαν, γ) θα έπρεπε να είχαν μετακινήσει χωρίς θόρυβο μέσα στην ησυχία της νύχτας τον βάρους 2 τόνων λίθο του μνημείου, αποσπώντας και τη σφραγίδα από πάνω του, δ) θα προσπαθούσαν μάταια για πολλή ώρα να ξεκολλήσουν τις εμποτισμένες με πολλά κιλά ακριβών αρωμάτων γάζες από όλο του το σώμα, μιας και αυτές βρέθηκαν μέσα στο μνημείο κανονικά τακτοποιημένες, ε) θα είχαν πάρει και κρύψει το γυμνό σώμα του Ιησού και, στη συνέχεια, θα είχαν αρχίσει με μεγάλη τόλμη -και χωρίς να ενοχληθούν από τις συνεχόμενες ψεύτικες (υποθετικά) υποσχέσεις του διδασκάλου τους ότι θα ανασταινόταν την τρίτη ημέρα- να διαδίδουν την παράλογη και βλάσφημη απάτη της ανάστασης (εκείνοι που ήξεραν περισσότερο απ' όλους και βίωσαν το ηθικό μεγαλείο του Δασκάλου τους), υπομένοντας χωρίς λόγο εξευτελισμούς, μαστιγώσεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και φρικτό θάνατο, ενώ παράλληλα ήταν και πολύ καλά στα λογικά τους όπως αποδείχθηκε από την ζωή και το έργο τους. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει φυσικά πιστευτό από μια εξονυχιστική και αντικειμενική έρευνα. Στα προηγούμενα επιπροστίθεται η λογική σκέψη ότι είναι αδύνατον να μην παρουσιαζόταν έστω και ένας τρομοκρατημένος ή μετανιωμένος ή δωροδοκημένος μαθητής Του, ή των μαθητών συνεργάτης και γνώριμος, που να μην αποκάλυπτε την απάτη, φοβούμενος συν τοις άλλοις για την ζωή του, μόλις άρχιζαν να αυξάνονται οι διώξεις, τα παθήματα, οι φυλακίσεις, αλλά και οι δολοφονίες των πρώτων μαθητών του Χριστού.

Υπάρχει και η θεωρία πως οι Μυροφόρες γυναίκες πήγαν από λάθος σε κάποιον άλλο άδειο τάφο, νομίζοντας έτσι, και από παρεξήγηση, ότι αναστήθηκε ο Ιησούς

- Αυτή είναι η θεωρία που ανέπτυξε ο Κίρσοπ Λέϊκ, αλλά είναι φυσικά διάτρητη από ανακρίβειες. α) Πρώτα πρώτα οι Μυροφόρες είχαν επισκεφθεί τον τάφο από το βράδυ εκείνο που θάφτηκε μέσα σ' αυτόν ο Ιησούς και δεν πήγαν για πρώτη φορά να τον βρουν ξημερώματα Κυριακής, β) οι άγγελοι πιστοποίησαν την ανάσταση του Χριστού, γ) ο Πέτρος και ο Ιωάννης έτρεξαν αμέσως στον άδειο τάφο (γνώριζαν φυσικά πού είναι) και είδαν με τα μάτια τους όσα τους καταμαρτυρούσαν οι γυναίκες, δ) ήταν ο μοναδικός τάφος που είχε πάνω του σπασμένη ρωμαϊκή σφραγίδα και ε) οι αρχιερείς και οι Ρωμαίοι θα διέψευδαν και γελοιοποιούσαν τους αποστόλους, σε περίπτωση που είχαν κάνει λάθος στην ακριβή τοποθεσία εναπόθεσης του ενδόξου νεκρού σώματος, διδάσκοντας λίγο αργότερα μια υποτιθέμενη ανάστασή Του.

- Δεν θα μπορούσαν ακόμη να είχαν παραισθήσεις και μαζικές οπτασίες περί της αναστάσεως οι απόστολοι

Επρόκειτο για ανθρώπους πρακτικούς και έξυπνους, για ψαράδες και φοροεισπράκτορες (λ.χ. ο Πέτρος και ο Ματθαίος) της καθημερινής βιοπάλης, και όχι για τρελούς ή αρρώστους ψυχολογικά, οι οποίοι δεν περίμεναν καθόλου μάλιστα να εξελιχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τού να αναστηθεί δηλαδή ο Ιησούς. Οι μαθητές Του μην ξεχνάμε ότι πήραν για ανόητες τις Μυροφόρες όταν τους είπαν ότι έλειπε το σώμα Του από τον τάφο, στον δρόμο προς Εμμαούς οι δύο συνοδοιπόροι τού αναστημένου πλέον Ιησού, περίλυποι, δεν μπορούσαν να διανοηθούν το ενδεχόμενο της ανάστασης Του, οι Μυροφόρες σκεπτόντουσαν πώς θα κυλήσουν τον βαρύ βράχο, η Μαρία η Μαγδαληνή νόμισε ότι είδε τον κηπουρό και όχι τον αναστάντα Χριστό, οι απόστολοι πίστεψαν στην αρχή όταν τον πρωτοείδαν εγερθέντα ότι βλέπουν φάντασμα, ο Θωμάς ήταν ο πλέον δύσπιστος. Η σύγχρονη Ψυχολογία διδάσκει ότι παραισθήσεις συμβαίνουν μόνο σε εκείνους που περιμένουν εναγώνια να συμβεί κάτι συγκεκριμένο. Τέτοιας έκτασης και βάθους μαζικές παραισθήσεις να υπέστησαν, ώστε να βλέπουν τόσοι πολλοί άνθρωποι τον αναστημένο Χριστό, για τόσο μεγάλο διάστημα, όλες τις ώρες της ημέρας και σε διαφορετικές κάθε φορά τοποθεσίες, χωρίς να περιμένουν ή να ελπίζουν για ένα τέτοιο αξιοθαύμαστο γεγονός όπως η ανάσταση Του; Εξάλλου, μετά τις 40 ημέρες, οπότε και αναλήφθηκε ο Χριστός, γιατί σταμάτησαν ξαφνικά οι εμφανίσεις του αναστάντος, αν επρόκειτο για ψευδαισθήσεις; Να υποθέσουμε ότι “συνεννοήθηκαν” όλοι μαζί για να πιστέψουν ότι αναλήφθηκε; Αυτά είναι αστεία και μόνο να τα συζητούν ορισμένοι. Πολύ περισσότερο αδικούν την νοημοσύνη τους αν τα πιστεύουν κιόλας. Θα γινόταν ποτέ ο Σαύλος [μορφωμένος Ιουδαίος και όχι κανένας μισότρελος και διανοητικά πειραγμένο άτομο, ο οποίος εξάλλου ήταν αμείλικτος διώκτης των Χριστιανών και της Πρώτης Εκκλησίας, με αρνητική ψυχολογία απέναντι στον Χριστιανισμό και με αυστηρή πίστη στην μονοθεΐα και την εθνικιστική παράδοση των εβραίων]τόσο ένθερμος χριστιανός, και μάλιστα απόστολος στα έθνη, αν δεν βίωνε την μοναδική εμπειρία της ελλάμψεως του προσώπου του Χριστού, μέρα μεσημέρι, στο δρόμο προς Δαμασκό, όπου πήγαινε για να σιδηροδέσει και φυλακίσει χριστιανούς; Είναι δυνατόν να έχουν κάποιοι παράκρουση, όταν ακούνε τον αναστάντα να τους νουθετεί και να δίνει οδηγίες για το έργο τους, να τρώει μπροστά τους, να τον αγγίζουν, να προσκαλεί τον Θωμά σε αυτοψία, να περπατά μαζί τους στο δρόμο και να συζητάνε για την αποστολή τους και ακόμη να ρωτά τρις τον Πέτρο αν τον αγαπά, για να του αποκαλύψει στη συνέχεια τον τρόπο του μαρτυρικού θανάτου του; Έπειτα: ο απόστολος και πρώην τελώνης Ματθαίος, ο ετεροθαλής αδελφός του Ιησού Ιάκωβος, ο από τους στύλους της Εκκλησίας Πέτρος, 500 χριστιανοί-μαθητές Του, ο πύρινος ιεραπόστολος Παύλος, όπως φαίνεται από τις ευαγγελικές διηγήσεις είδαν τον αναστημένο Ιησού μετά τον θάνατό Του. Των ανθρώπων αυτών το έργο, τα θαύματα και η διδασκαλία μαγνήτισαν και σαγήνευσαν γενεές γενεών ανθρώπων. Υπήρξαν ιδιαίτερα ανιδιοτελείς και σοβαροί μάρτυρες των θείων ενεργειών. Μάλιστα γνώριζαν πολύ στενά τον Χριστό και είχαν μαθητεύσει για χρόνια κοντά Του. Είναι αλήθεια ότι μόνο οι στενοί συγγενείς και φίλοι μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα την ταυτότητα προσφιλών προσώπων. Δεν λάθεψαν λοιπόν, ατενίζοντας τον Αναστημένο!

Ο Χριστιανισμός δεν βασίζεται σε παραλογίες, αλλά έχουν δυνατή βάση τα όσα έχουν γραφεί και ειπωθεί για την ανάσταση του Κυρίου

Γνώριζαν καλά οι απόστολοι πως το κήρυγμά τους προς τους συντηρητικούς ομοεθνείς τους για έναν μαραγκό-Θεάνθρωπο που περπατούσε στη θάλασσα, ηρεμούσε τρικυμίες, χάριζε το φως σε γεννημένους τυφλούς, έβγαζε δαιμόνια, θεράπευε παράλυτους, ανάσταινε νεκρούς και τέλος αναστήθηκε και ο ίδιος, χωρίς να έχουν μάρτυρες, θα τους οδηγούσε σίγουρα ή στο ψυχιατρείο της εποχής ή στην φυλακή. Γι' αυτό όχι μόνο διακήρυτταν -με την ενίσχυση μεγάλων θαυμάτων και σημείων που ποιούσαν- ότι οι ίδιοι είναι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της ζωής, της διδασκαλίας, του σταυρού και της ανάστασης του Ιησού, αλλά και επικαλούνταν πολλούς από τους ίδιους τους ακροατές τους ως μάρτυρες των γεγενημένων στα Ιεροσόλυμα, γιατί πράγματι πλήθος από αυτούς τα είχαν ζήσει από πρώτο χέρι: {“Ισραηλίτες....ποιός ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος σάς το απέδειξε ο Θεός με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που έκανε μέσω αυτού ανάμεσά σας. Αυτά τα ξέρετε εσείς οι ίδιοι πολύ καλά.... Αυτόν τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός, και για το γεγονός αυτό όλοι εμείς είμαστε μάρτυρες” (Πράξ. 2,22-33)}. Ο Χριστιανισμός δεν βασίζεται επομένως, όπως διαδίδουν ορισμένοι αμαθείς, στο παράλογο, σε πλύσεις εγκεφάλων ή σε ανοησίες “των παπάδων” και αυτό το διαπιστώσαμε σε όσα παραπάνω εξετέθησαν.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς. “Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε”, ακούστηκε ο άγγελος να λέει με χαρά στις μυροφόρες και για όλο τον κόσμο μέχρι συντελείας των αιώνων. Είναι η αναγγελία της μελλοντικής ανάστασης για όλους μας. Έκτοτε η Εκκλησία βασίζεται πάνω στον άδειο τάφο του Ιησού. Και την ανάστασή Του αναγγέλλει μέχρις ότου έλθει και πάλι “ίνα κρίνει ζώντες και νεκρούς”. Μόνο η Ενσάρκωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου εξάλλου μπορούν να ερμηνεύσουν τον ανθρώπινο πόνο και το κακό που επικρατούν πάνω στη γη. Θα παραμένουν στον αιώνα το μοναδικό κλειδί της ιστορίας, άνευ των οποίων η ιστορία παραμένει παράλογο μυστήριο και ο άνθρωπος συγχύζεται, καταντά τρελός, σκληρός ή μοιρολάτρης, μη μπορώντας να κατανοήσει το νόημά της. Η νίκη του Ιησού επί του Σταυρού είναι η νίκη κατά του θανάτου, είναι ο ουράνιος θρίαμβος πάνω στον πόνο, την απελπισία, την απόγνωση, την κακία. Ο Χριστός βάσταξε επί του σταυρού Του την αγωνία και τα πάθη όλου του κόσμου. Μετέφερε την ανθρώπινη κραυγή και το υπαρξιακό κλάμα μέχρι τον θρόνο του Πατέρα Του (καί με την Ανάληψή Του). Και λύτρωσε την ανθρώπινη φύση από την αθλιότητα και πτώση. Έκτοτε ο κάθε άνθρωπος μπορεί με προσωπικό αγώνα, ταπείνωση και αγάπη να ανορθωθεί και ενωθεί κατά χάριν με τον Τριαδικό Θεό. Να παλέψει με τον κατώτερο εαυτό του (τις αδυναμίες, αστοχίες και τα πάθη του) και με τη δύναμη του Θεού να νικήσει, κάνοντας πράξη την αγιογραφική ρήση που λέγει πως «Σ’ εκείνους που αγαπούν τον Θεό, όλα (ακόμη και τα κακά και δυσάρεστα) συνεργούν στο αγαθό». Διότι ο σταυρός και η ανάσταση του Χριστού μάς βεβαιώνουν εσώψυχα πως το κακό, ο φόβος και ο πόνος δεν έχουν πια την τελευταία λέξη στον κόσμο και την ιστορία, αλλά προσωρινές επί μέρους νίκες, ενώ την τελευταία μάχη θα κερδίσει ο πανένδοξος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, ερχόμενος μετά των νεφελών του ουρανού, της βασιλείας του οποίου “ουκ έσται τέλος”.

Για την σημαντική ημέρα της Ανάστασης...Γιατί δεν πρέπει να φεύγουμε από την Εκκλησία μόλις ακούμε το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ;

Μια τέτοια μέρα η Παναγιά κατέβη από τους ουρανούς 
για να γιορτάσει Ανάσταση μαζί με τους πιστούς.

Κόσμος πολύς ήταν εκεί κι ευφράνθη η ψυχή της, 

που έβλεπε τόσους πιστούς που ετίμουν το παιδί της.

Ευωδιάζει η Εκκλησιά, λιβάνι, κερί, μέλι, ψάλλουν ιερείς, ψάλλουν πιστοί, ψάλλουν κι οι αγγέλοι.


Και φαίνονται ναναι όλοι τους πολύ συγκινημένοι, 

οι περισσότεροι απ αυτούς είναι και δακρυσμένοι.

Κι έτσι ο ορθρος προχωρεί κι ακούγεται σαφώς 

ο ιερεύς που προσκαλεί "Δεύτε λάβετε φώς"!

Όλοι λαμπάδες άναψαν κι έγινε ένα πανόραμα 
και χύθηκε παντού το φως ωσάν να βλέπεις όραμα.

Όλου του κλήρου άρχισε σε λίγο το ξεκίνημα 

να βγούν έξω από το ναό, να δώσουνε το μήνυμα.

"Χριστός Ανέστη" ακούστηκε να ψάλλει ο Δεσπότης
"Χριστός Ανέστη" σώθηκε όλη η Ανθρωπότης.


Τότε η χαρά, η συγκίνηση φτάνει στο κατακόρυφο.
Ηχούν καμπάνες γιορτινά, φιλιά, ευχές και θόρυβος.


Κι αφού οι ιερείς έξι φορές είπαν Χριστός Ανέστη 

έγινε αυτό που η Παναγιά, είδε κι εξανέστη.

Και το τροπάριο έλεγε: 

"Σκόρπισαν οι εχθροί Του 
κι αυτοί που δεν χαρήκανε για την Ανάστασή Του. 

Κι όπως χάνεται ο καπνός χαθήκαν απο εμπρός του, 
γιατί χαρά μόνο γι αυτούς ήταν ο θάνατός Του. 

Έτσι απολούνται οι αμαρτωλοί κι αυτοί που Τον μισούνε, 
οι δίκαιοι αγάλλονται μένουν να ευφρανθούνε".

Κι ενώ ο Δεσπότης έψαλε τα τόσο αυτά μεγάλα, 

ξεκίνησαν οι χριστιανοί να φεύγουνε τρεχάλα.
 

Όλα τα φώτα σκόρπισαν να έμειναν τόσοι μόνο 
που προκαλούσανε ντροπή, αγανάκτηση και πόνο.
 

Η Παναγιά μας σάστισε, έβλεπε κι απορούσε, 
να καταλάβει δεν μπορεί, τον Άγγελο ρωτούσε.

-Άγγελε, σε παρακαλώ ρώτησε κι έλα πέ μου 

αυτοί που φεύγουν βιαστικοί, που πάνε εξήγησέ μου.
 

Πώς στη γιορτή δεν θέλουνε μαζί μας να καθήσουν 
για να δοξάσουν το Χριστό και να Τον προσκυνήσουν
 

Στην Σταύρωση όλοι έμειναν, στον τάφο Του με δάκρυ, 
μυρολούλουδα έρραναν όλοι απ άκρη σ΄άκρη.
 

Και τώρα που τελείωσαν πια του Χριστού τα πάθη, 
φεύγουνε, την Ανάσταση μόλις που έχουν μάθη.
 

Μην είναι εκείνοι οι εχθροί που θέλαν το κακό Του, 
αυτοί που Τον προδώσανε, Τον στείλαν στον σταυρό Του, 

που Τον μισούν και βλασφημούν το άγιο ονομά Του;
Πήγαινε Άγγελε να δεις μην είναι του Πιλάτου;

 

Ο Άγγελος γονάτισε και στων ματιών την άκρη, 
είδε η Θεοτόκος μας να του κυλά ένα δάκρυ.

-Συγχώρα με Βασίλισσα, μήτηρ-ποιητού των όλων, 

γιατί αυτά που με ρωτάς θα σε γεμίσουν πόνο.
 

Απ το ναό όλοι αυτοί που φεύγουν μακρυά Του 
είναι γιατί ο διάβολος έκανε τη δουλειά του.
 

Και εις το σπίτι βιαστικοί τρέχουνε για να φτάσουν 
τη μαγειρίτσα τη ζεστή να φάνε, να χορτάσουν.

Η Δέσποινά μας τ άκουσε όλα αυτά πικραμένη 

και για την ανθρωπότητα είπε πολύ λυπημένη.

-Πώς θα τολμήσω στο Θεό γι αυτούς να μεσιτέψω 

όταν στον πόνο, στον καημοί ζητούν να τους συντρέξω;
 

Δια βρώσεως εξώσθη ο Αδάμ του Παραδείσου, 
πάλι για βρώση Ανθρωπε βαραίνεις τη ψυχή σου;

Επιτέλους τέλος και σ’ όλους εμάς, που τη νύχτα της Ανάστασης, ανασταίνουμε τον Κύριο μόνο για λίγο, διότι μετά τον «θάβουμε» στον «τάφο» της λήθης και της αδηφαγίας, της ντροπής και της δειλίας, της λαιμαργίας και της αγνοίας και δεν τιμούμε έτσι την Ανάστασή Του διότι η ημέρα της Ανάστασης δεν είναι μόνο το Πάσχα ή Κάθε Κυριακή, που όπως γνωρίζουμε, είναι αφιερωμένη στο γεγονός της Ανάστασης ή η διακαινήσιμη εβδομάδα, όπου όλες οι προσευχές υποχωρούν, μπροστά στο λαμπρότατο «Χριστός Ανέστη».

Η ημέρα της Ανάστασης είναι:

· Όλη η ζωή μας.

· Όλη η ζωή της Καινής Διαθήκης.

· Όλη η ιστορία της Εκκλησίας, αφού προχωρεί με χειραγωγό την Ανάσταση.

Στους ασεβείς Σιωνιστές Εβραίους, που σταύρωσαν τον Ιησού Χριστό, οι σκέψεις τους για ανάσταση τους φαινόταν παραλογισμός και βλακεία, όπως ίσως και σε πολλούς σημερινούς αμαθείς ανθρώπους. Όμως ο Ίδιος ο Θεός, μέσα από την Παλαιά Διαθήκη, στην Αγία Γραφή και τον προφήτη Ιεζεκιήλ, μας δίνει όλη την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα.

Λέει ο προφήτης:

«Βρέθηκα σε μια απέραντη πεδιάδα, γεμάτη κόκαλα. Κόκαλα ανθρώπινα. Πολλά σφόδρα. Και ξηρά σφόδρα. Που ανήκαν σε πεθαμένους από αμνημονεύτων χρόνων. Που είχαν τόσο φθαρή, ώστε δεν είχε μείνει τίποτε σωστό σ’ αυτά. Εστάθηκα και τα κοίταζα. Με απορία και θλίψη. Και Να, ξαφνικά ακούω τη φωνή του Παντοκράτορος Θεού, να με ερωτάει: -Υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστά ταύτα; τι λες; τι γνώμη έχεις; Μπορεί ποτέ, να ξαναπάρουν τα οστά αυτά ζωή;»

Ο προφήτης απάντησε:

«-Κύριε, Σύ οίδας!» Δηλαδή Εσύ ξέρεις.

Και ακούστηκε η φοβερή φωνή του Κυρίου Σαβαώθ, που έλεγε:

«Υιέ ανθρώπου, προφήτευσε. Δώσε, στο Όνομά μου, εντολή.»

«-Σε ποιόν;»

«-Σ’ αυτά τα γυμνά οστά. Ειπέ τους: Ε, σεις κόκαλα ξερά! Ακούστε την εντολή του Κυρίου. Ο Κύριος σας λέγει: -Είναι φανερό. Είσθε οστά. Οστά γυμνά. οστά νεκρά. Όμως. Εγώ θα σας φτιάξω νεύρα. Εγώ θα σας τυλίξω με σάρκα. Εγώ θα σας σκεπάσω με δέρμα. Εγώ θα σας δώσω ζωή. ναι. θα αποκτήσετε ζωή. Και τότε, θα καταλάβετε, ότι η ζωή, δεν είναι μια κατάσταση ανεξάρτητη από Εμένα. Τότε θα το καταλάβετε, ότι Εγώ είμαι η Ζωή.»

Και συνεχίζει ο προφήτης:

«Κι εγώ υπάκουσα. Έκαμα αυτό που μου είπε. Στράφηκα στα ξερά κόκαλα. Και τους μετέφερα την εντολή του Θεού, όπως μου την είπε. Και υπακούοντας στο παντοδύναμο θέλημα του Κυρίου, όλα εκείνα τα οστά αναταράχθηκαν. Και ευρήκαν τη συναρμογή τους. Και έγιναν ενιαίοι σκελετοί. Και επάνω τους φάνηκαν νεύρα και σάρκες και δέρμα. Και τα κόκαλα έγιναν άνθρωποι νεκροί. Και μου είπε πάλι ο Θεός:

- Υιέ ανθρώπου, προφήτευσε. Δώσε εντολή. στις ψυχές τώρα. Να έλθουν. Από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος. Από όπου και Αν ευρίσκονται. Και να μπουν στα νεκρά σώματά τους. Να ξαναπάρουν ζωή.»

Και ο υιός ανθρώπου προφήτης Ιεζεκιήλ πειθαρχεί. Και μας λέγει:

«- Και εγώ υπάκουσα. Και το είπα. Και οι ψυχές, και άκουσαν και υπάκουσαν. Και ήλθαν οι ψυχές αμέσως. Και οι άνθρωποι εκείνοι «έζησαν». Επήραν ζωή. Ξαναπήραν ζωή. Και σηκώθηκαν όρθιοι. Και «έστησαν επί πόδας αυτών». Πλήθος αναρίθμητο! Και άρχισε, όλη εκείνη η λαοθάλασσα, να κινείται! Γιατί ο λόγος του Θεού είναι ζωή ζωοποιός και ανάσταση.»

Με τον ίδιο τρόπο θα αναστήσει ο Θεός και όλους τους απ’ αιώνος κεκοιμημένους. Με τον ίδιο τρόπο! Άλλο φυσική, σαρκική ζωή και άλλο ζωή Θεϊκή. Όποιος δεν «ακούει» και δεν πιστεύει τον λόγο του Χριστού, είναι πεθαμένος. Όποιος τον ακούσει και το δεχθεί, ανασταίνεται.

Άς μπούμε λοιπόν όλοι μας στο όχημα της Ανάστασης, που βαδίζει σταθερά στην λεωφόρο της νέας ζωής και μας οδηγεί στο τέρμα, στο ατέρμον τέρμα της βασιλείας των ουρανών., στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος.

Το φώς της Ανάστασης, φωτίζει εκείνους που πιστεύουν και περιμένουν ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος, τη ζωή, τη ψυχή, τα έργα, το παρόν, το παρελθόν, το μέλλον, τις σκέψεις μας, τον ψυχικό μας κόσμο, τον διπλανό μας, τον μακρινό μας και το σύμπαν, εκτός από αυτούς, που δεν περιμένουν ανάσταση νεκρών και δεν έχουν ούτε μία αχτίδα φωτός.

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί που ζούν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού δεν φοβούνται το θάνατο. Ο θάνατος του ανθρώπινου σώματος, όπως και ο χρόνος του θανάτου, είναι μέσα στο σχέδιο του Θεού!!! Ο θάνατος, είναι η μεγαλύτερη... ευεργεσία του Θεού προς τον άνθρωπο!!! Όπως γκρεμίζει ο εργολάβος, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι, για να φτιάξει ένα καινούργιο, έτσι και ο Κύριος, αλλάζει τον παλαιό θνητό άνθρωπο και τον κάνει καινούργιο, άφθαρτο και άγγελο.

Ο Θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο για να πεθαίνει. Αιτία του θανάτου δεν είναι ο Θεός, αλλά η αμαρτία. Ο Χριστός που κατάργησε το κράτος της αμαρτίας κατάργησε και το κράτος του θανάτου. Ο θάνατος βλάστησε από την σάπια ρίζα της αμαρτίας. Από την στιγμή που χτυπήθηκε η ρίζα, έλειψαν και οι καρποί. Ο θάνατος είναι πιά χωρίς δύναμη. Η κάθε μέρα που περνάει δεν μας φέρνει στην ημέρα του θανάτου, αλλά στην ημέρα της αιώνιας ζωής. Δεν χάνουμε πιά μία μέρα. Κερδίζουμε μία μέρα. Τα στάχυα, τα άνθη, τα δένδρα, η ανοιξιάτικη βλάστηση, όλα αυτά δεν βλάστησαν από ένα σπέρμα θαμμένο και σαπισμένο μέσα στη γή; Γιατί λοιπόν το θνητό σώμα να μην αναστηθεί με νέα ένδοξη και αθάνατη μορφή;

Άς έρθουν οι ουτοπιστορεαλιστές του αθεϊσμού να μας δώσουν εξηγήσεις και να μας πούν τι υπάρχει μετά τον τάφο; Στάχτη και χώμα και σκουλήκια όλα τα όνειρα, οι ιεροί πόθοι, οι υψηλές προοπτικές, τα όμορφα συναισθήματα, οι ευγενικοί πόθοι;

Οι άγιες ψυχές απαλλαγμένες από τα δεσμά του σώματος και τους άλλους γήϊνους περιορισμούς ζούν με το Θεό, ενωμένες μαζί Του, χωρίς κίνδυνο. Η ζωή της Εκκλησίας δεν είναι στατική. Δεν σταματάει στη γή αυτή. Βρίσκεται σε συνεχή πορεία. Με τον θάνατο γίνεται ριζική αλλαγή ζωής. Το νεκρό σώμα, που μπαίνει στον τάφο σε κατάσταση φθοράς και αποσύνθεσης, θα αναστηθεί άφθαρτο, ωραίο και ένδοξο.

Τι κάνεις όταν θέλεις να ανοικοδομήσεις ένα παλιό σπίτι; Βγάζεις πρώτα έξω τους ανθρώπους του κι ύστερα το κατεδαφίζεις για να το φτιάξεις πιο ωραίο. Και το γεγονός αυτό όχι μόνο δεν τους στενοχωρεί αλλά και τους γεμίζει χαρά. Διότι δεν μένουν στην κατεδάφιση. Οραματίζονται το μελλοντικό καινούργιο οικοδόμημα. Κατά παρόμοιο τρόπο ενεργεί κι ο Θεός. Βγάζει την ψυχή από το παλιό σώμα που κατοικεί , για να το βάλλει στο νέο σώμα το λαμπρό και άφθαρτο.

Άς μην προσέχουμε λοιπόν τη φθορά, αλλά τη μελλοντική λαμπρότητα. Πώς θα γίνει δίκαιη κρίση, αν τα σώματα δεν ανασταίνονται; Οι ψυχές θα τιμωρούνται ή θα απολαμβάνουν τα αιώνια αγαθά μόνες τους;

Ρωτάνε μερικοί: Πώς ο Θεός ανέχεται το δημιούργημα της αγάπης του, ο άνθρωπος, να βασανίζεται; Δεν είναι αντίθετο με την αγαθότητά Του και ασυμβίβαστο με την δικαιοσύνη Του, να επιβάλλει ποινές αιώνιες για πράξεις που έγιναν σε περιορισμένο χρόνο;

Δεν διαμορφώνει όμως ο Θεός τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος διαμορφώνει τον εαυτόν του και τον τοποθετεί στη θέση που ο ίδιος επιλέγει. Το σκοτάδι ψάχνει για το σκοτάδι κι εκεί αναπαύεται. Οι σκοτισμένες ψυχές μισούν το φώς οπουδήποτε κι αν βρίσκονται:

-Μπορεί μια νυχτερίδα να ζήσει στο φώς;

-Μπορεί ένας μπεκρής να ζήσει μαζί με εγκρατείς ανθρώπους;

Οι αμετανόητοι είναι «αλυσοδεμένοι» με τα πάθη τους. Πώς θα ζήσουν μια ζωή διαφορετική; Σ’ αυτούς ούτε η αγάπη του Θεού μπορεί να επέμβει και να καταργήσει το θείο δώρο της ελευθερίας, ούτε η δικαιοσύνη Του μπορεί να μένει αδρανής και να καταργείται. Θάνατος λοιπόν είναι,όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται και χωρίζεται από τον Θεό. Αυτός ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό είναι ο αληθινός θάνατος, διότι ο άνθρωπος αποκόπτεται από την Πηγή του. Νεκροί δεν είναι εκείνοι, που θάφτηκαν μέσα στη γή. Νεκροί είναι μόνο εκείνοι, που έθαψαν την ψυχή τους μέσα στο σώμα. Γι’ αυτό πενθούμε τους αμαρτωλούς όχι μόνο όταν πεθαίνουν, αλλά κι όταν ζούν. Και χαιρόμαστε για τους δίκαιους όχι μόνο όταν ζούν, αλλά και όταν πεθαίνουν. Γιατί; Διότι οι αμαρτωλοί κι όταν ζούν, νεκροί είναι, ενώ οι δίκαιοι ακόμη και νεκροί, ζούν.

Γενικό συμπέρασμα: Να μη κλαίμε τους νεκρούς, αλλά τους αμαρτωλούς είτε ζούν είτε πεθαίνουν.

(Γύρω στα δύο δισεκατομμύρια είναι οι χριστιανοί σε όλο τον κόσμο κι οι Εβραίοι μία χούφτα. Δεν τους προβληματίζει η μαρτυρία της Ιστορίας, που είναι τόσο αυθεντική; Τόσα έγιναν. Τόσα άκουσαν. Τόσα είδαν. Τι άλλο θέλουν; Όλα τα ψάχνουν, εκτός από την αλήθεια).

Μελέτη Εις την Ανάστασιν του Κυρίου, εις την οποίαν χρεωστούμεν να συγχαρώμεν Α'. Με τον αναστάντα Χριστόν. Β'. Με την αγιωτάτην Μητέρα Του. Γ'. Με το σώμα μας.

Του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Συλλογίσου αγαπητέ, ότι παρακινούμενοι ημείς από τον προφήτην Δαυίδ όπου λέγει να αγαλλώμεθα εις την ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου.«αύτη η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή» (Ψαλμ. ριζ' 23) έχομεν χρέος εν πρώτοις να συγχαρώμεν τον Ιησούν Χριστόν, ο Οποίος εις την χαρμόσυνόν Του Ανάστασιν απέκτησε πάλιν με κέρδος άπειρον όλα εκείνα όπου είχε χάσει εις το πάθος Του. 
 
Τέσσαρα πράγματα είχε χάσει τότε: την χαράν, την ωραιότητα, την τιμήν και την ζωήν. Τώρα δε όπου ανέστη ανέλαβε την ζωήν, αλλά τι λογής ζωήν; Μίαν ζωήν όπου εθανάτωσε τελείως τον θάνατον και δια τούτο θέλει είναι δια πάντα ζωή μοναχή, χωρίς να φοβήται να λάβη άλλην μίαν φοράν θάνατον.«Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκ έτι αποθνήσκει. θάνατος αυτού ουκ έτι κυριεύει» (Ρωμ. στ' 9).

 Ανέλαβε την τιμήν και εξουσίαν, επειδή Εκείνος ο ίδιος όπου προ ολίγου ελογίζετο ολιγώτερον παρά άνθρωπος και εκαταφρονείτο χειρότερον παρά ένας σκώληξ, τώρα ανασταίνεται και αρχίζει να βασιλεύη εν τω ουρανώ και εν τη γη. Δια τούτο και έλεγε μετά την Ανάστασιν .«εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη' 18). Ανέλαβε την χαράν, επειδή διερράγησαν πλέον τα μεσότοιχα όπου εκρατούσαν πρότερον εκείνο το πέλαγος της χαράς εις μόνον το ανώτερον μέρος τη ψυχής του Κυρίου και τώρα, όλον το πλήρωμα της χαράς εκείνης όπου εκρατείτο τριαντατρείς χρόνους, έτρεξεν εις το να κατακλύση τας κατωτέρας δυνάμεις της ψυχής και τα μέλη του Λυτρωτού.

Δια τούτο και όταν ανέστη από τον τάφον, ο πρώτος λόγος όπου έβγαλεν από το άγιον στόμα Του, ήτο δηλωτικός ταύτης Του της χαράς: «και ιδού ο Ιησούς απήντησεν αυταίς λέγων χαίρετε» (Ματθ. κη' 9). Ανέλαβε και την ωραιότητα και την δόξαν, διότι Εκείνος όπου ήτο χθές και προχθές άμορφος, άδοξος, ανίδεος, τώρα ανέστη εκ του μνήματος, ωσάν ένας νυμφίος από τον θάλαμόν του: όλος ωραιότατος, όλος δεδοξασμένος, όλος ηλιόμορφος, επειδή η χάρις και η δόξα του αναστηθέντος σώματος του Χριστού είναι τόσον υπερβολική, όπου εις τον ουρανόν αυτή θέλει είναι η ανωτάτη μακαριότης της ψυχής και του σώματος και όλων των αισθήσεών μας. Και θέλει είναι αρκετή να ειδοποιήση εις όλους τους μακαρίους, τόσον αγγέλους όσον και ανθρώπους ένα Παράδεισον, εις τον οποίον έχουν να ευφραίνωνται αχόρταστα εις πάντας τους αιώνας. Θέλεις να το καταλάβης καλλίτερα; Σχημάτισαι με τον νουν σου ένα ήλιον τόσον λαμπρόν, όπου με το φως του να σκεπάζη μυριάδας ηλίους, καθώς και ούτος ο αισθητός ήλιος σκεπάζει όλους τους αστέρας.

Τώρα ένας ήλιος τόσον λαμπρός, βέβαια ήθελεν είναι ένα μικρόν κάρβουνον συγκρινόμενος με το ένδοξον σώμα του Ιησού, το οποίον με την υπερβολικήν λάμψιν του θέλει καταρροφήσει την λάμψιν τόσων μυριάδων μακαρίων σωμάτων των Αγίων, από τα οποία το κάθε ένα θέλει είναι λαμπρότερον από τούτον τον ήλιον, ως γέγραπται: «τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτού» (Ματθ. ιγ' 43), όπου το, «ως», δεν δηλοί ομοίωσιν, αλλ υπεροχήν, ήγουν λάμψουσιν υπέρ τον ήλιον, καθώς ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος και αύτη είναι η δόξα εκείνη και ωραιότης όπου εζητούσεν ο Χριστός με τόσην παρακάλεσιν από τον ουράνιόν του Πατέρα προ του πάθους Του, λέγων: «δόξασόν με πάτερ παρά σεαυτώ τη δόξη, η είχον προ του τον κόσμον είναι παρά σοί» (Ιω. ιζ' 5).

Με τα οποία λόγια δείχνει ότι εζήτει και ήθελε να εξαπλωθή η δόξα της θεότητός Του δια να δοξάση πληρέστατα και την ανθρωπότητά Του, επειδή χωρίς αυτήν την δόξαν και ωραιότητα της ανθρωπότητος του Ιησού Χριστού κανένας δεν ηδύνατο να γίνη δεκτικός της του Θεού δόξης και μακαριότητος και ακολούθως κανένας δεν ηδύνατο να γίνη ποτέ μακάριος, ούτε άγγελος ούτε άνθρωπος. Διότι η ανθρωπότης του Θεού Λόγου εστάθη ωσάν ένα μεθόριον ανάμεσα εις τον Κτίστην και εις τα λοιπά κτίσματα και πέρνουσα αυτή εις τον εαυτόν της όλον το πλήρωμα της του Θεού δόξης και μακαριότητος το συγκερνά τρόπον τινά και ούτω δια μέσου εαυτής μεταδίδει την δόξαν ταύτην και μακαριότητα εις όλους τους μακαρίους αγγέλους τε και ανθρώπους. Αλλ όχι καθώς αυτή την λαμβάνει από τον Θεόν άκρατον, διότι είναι αδύνατον να την δεχθή έτσι άκρατον, κανένα κτίσμα ψιλόν.αλλά συγκεκραμένην και μετριωτέραν δια να γίνωνται ταύτης δεκτικοί οι μακάριοι τόσον οι άγγελοι όσον και οι άνθρωποι.
 
Ότι μεν ουν οι άγγελοι λαμβάνουσι την δόξαν και μακαριότητα δια μέσου του αναστάντος Ιησού Χριστού, μάρτυς ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος λέγων, ότι αι τάξεις των Αγγέλων μετέχουσι της του Ιησού φωτοδοσίας, όχι με εικόνας τινάς αλλά με πρώτην μετουσίαν της γνώσεως, των θεουργικών αυτού φώτων. Και ο σοφός Θεοδώρητος ο Κύρου λέγει: «μετά την σάρκωσιν ώφθη (ο Θεός) και τοις αγγέλοις ουκ εν ομοιώματι της δόξης αλλ αληθεί και ζώντι χρησάμενος ως περιβολή της σαρκός τω καλύμματι» (Διάλογ. α'. κατά Ευτυχ.). Μάλιστα δε ο άγιος Ισαάκ λέγων ότι προ της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού δεν ήτο δυνατόν εις τους αγγέλους να έμβουν εις τα υψηλότερα μυστήρια της θεότητος. Ότε δε εσαρκώθη ο Λόγος ηνοίχθη αυτοίς θύρα εν τω Ιησού. (Λόγος πδ'. σελ. 478). Και πάλιν: «και αυτή η πρώτη τάξις θαρρούσα λέγει ότι ουκ αφ εαυτής, αλλά διδάσκαλον έχει τον μεσίτην Ιησούν εκείνον, υφ ου υποδέχεται και τοις κάτω επιδίδωσιν» (αυτόθ. 477). Ότι δε και οι μακάριοι άγιοι δια μέσου της ανθρωπότητος του Ιησού βλέπουσι την δόξαν του Θεού, εδήλωσεν ο Κύριος ειπών: «Πάτερ ους δέδωκάς μοι θέλω ίνα όπου ειμί εγώ, κακείνοι ώσι μετ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν». Και δεν στέκει έως εδώ αλλά προσθέτει: «ην δέδωκάς μοι» δια να φανερώση με τούτο την δόξαν όπου εδόθη εις την ανθρωπότητά Του (βλ. Ιω. ιζ' 24).

Ω δόξαις! Ω λαμπρότηταις! Ω μεγαλεία της Αναστάσεως του Κυρίου! Όντως αύτη είναι η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος. Διότι την μεν δευτέραν και τρίτην ημέραν εποίησε το πρωτόγονον εκείνο φως και την τετάρτην και πέμπτην και έκτην και εβδόμην εποίησεν τον εν τη δ' ημέρα γενόμενον ήλιον. Την δε Κυριακήν και πρώτην ταύτην ημέραν, και εν τη κοσμογενεσία, μόνος ο Κύριος αμέσως εποίησεν εκ του μη όντος εις το είναι (το γαρ εν αυτή γεγονός φως ουχί από το πρωί, αλλά από μεσημβρίας ήρξατο, κατά τους Θεολόγους) και τώρα πάλιν μόνος ο νοητός Ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός ταύτην εποίησεν από του μνήματος ως από ορίζοντος αναστάς. Και αυτή η Κυριακή, τώρα μεν είναι εικών του μέλλοντος αιώνος.τότε δε έχει να ήναι αυτός εκείνος ο όγδοος αιών.

«Όντως αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού» (Ψαλμ. ριζ' 23). Οι εχθροί Του δαίμονες, ο εχθρός Του θάνατος, ο εχθρός Του η αμαρτία, ο εχθρός Του άδης, οι εχθροί Του Ιουδαίοι οι τούτον σταυρώσαντες και μισούντες Αυτόν. Όντως εκινδύνευε το καράβι να πνιγή και να πλέη δεν ηδύνατο όπου ερρίφθη ο Ιωνάς εις την θάλασσαν και κατεπόθη από το κήτος. Καράβι είναι ο κόσμος όπου δεν ηδύνατο να υπάγη εμπρός εις το αγαθόν. Θάλασσα είναι τα πάθη και αι θλίψεις του κόσμου. Ιωνάς ο Χριστός, κήτος ήτον ο θάνατος και ο άδης. Ερρίφθη ο Χριστός εις την θάλασσαν και τα πάθη. Κατεπόθη από τον θάνατον και τον άδην. Και επειδή η ζωοποιός θεότης δεν εχωρίσθη ούτε από το νεκρωθέν σώμα το κείμενον εις τον τάφον ούτε από την ψυχήν την καταβάσαν εις άδην δια τούτο ενέκρωσε και τον άδην και ανέστη τριήμερος και ούτως ο κόσμος όπου εκινδύνευε διεσώθη «ώσπερ γαρ ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται ο υιος του ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας και τρεις νύκτας» (Ματθ. ιβ' 40).

Τώρα εσύ αδελφέ, είναι δυνατόν να μελετήσης ταύτας τας αληθείας, και να μη γεμίση από χαράν η καρδία σου δια την ανωτάτην ευδαιμονίαν και δόξαν, εις την οποίαν βλέπεις πως έφθασεν ο Λυτρωτής σου δια της Αναστάσεως, όχι μόνον κατά την ψυχήν, αλλά και κατά το πανάγιον σώμα Του; Όθεν επιθύμησαι να έχης όλαις ταις χαραίς των αγγέλων και όλων των Αγίων όπου συνέστησαν σήμερον και ελευθερώθησαν από τον άδην, δια να συγχαρής με αυτάς τον αναστάντα Δεσπότην, και δια να ευφρανθής με όλην σου την καρδίαν εις την νέαν ταύτην χαράν και δόξαν και νίκην Του, στοχαζόμενος πως η ιδική Του χαρά είναι και χαρά ιδική σου. Η ιδική Του δόξα είναι και δόξα ιδική σου και η ιδική Του νίκη είναι και νίκη ιδική σου. Και απλώς όσα Αυτός προνόμια και αξιώματα έλαβε δια της Αναστάσεώς Του, όλα ταύτα γίνονται και ιδικά σου δια της προς Αυτόν πίστεως και θερμής αγάπης. Εκείνου ως κεφαλής και εσένα ως μέλους. Εκείνου ως Πατρός και εσένα ως υιού. Εκείνου ως αρχιστρατήγου και βασιλέως και εσένα ως στρατιώτου και βασιλευομένου. Εκείνου ως φιλουμένου και εσένα ως φιλούντος.επειδή η αγάπη έχει φυσικόν ιδίωμα να κοινοποιή τα των φίλων κατά την παροιμίαν.«τα των φίλων κοινά». Και καθώς χθές και προχθές εκοινωνήσατε εις τα Πάθη και την θλίψιν του Κυρίου δια της πίστεως και αγάπης έτσι και σήμερον είναι δίκαιον να κοινωνήσετε εις την χαράν Αυτού και δόξαν και Ανάστασιν, «καθώς κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασι χαίρετε ίνα και εν τη αποκαλύψει της δόξης Αυτού χαρήτε αγαλλιώμενοι» (Α' Πέτρ. δ' 13).

Και αν ο Αβραάμ προτήτερα από τρεις χιλιάδας χρόνους είδε την ημέραν ταύτην της Αναστάσεως του Σωτήρος και εχάρη, όταν έλαβε ζωντανόν τον υιόν του καθώς είπεν ο Κύριος: «Αβραάμ ο πατήρ υμών ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν και είδε και εχάρη». (Ιωάν. η' 56). Πως εσύ να μη χαρής αδελφέ εις την ημέραν ταύτην του Κυρίου, εις την οποίαν η φθορά μετεβλήθη εις αφθαρσίαν, ο θάνατος εις ζωήν, ο ακάνθινος στέφανος εις ρόδα και άνθη, ο κάλαμος, η λόγχη, οι ήλοι, ο Σταυρός και τα λοιπά όργανα του Πάθους και της ατιμίας, έγιναν όργανα δόξης και απαθείας; Πως να μη ευφρανθής εις την ημέραν ταύτην, εις την οποίαν οι μεν εν ουρανώ άγγελοι αγάλλονται απολαβόντες και αυτοί δια της Αναστάσεως την σωτηρίαν; Ήγουν την τελείαν ατρεψίαν και ακινησίαν εις το κακόν, ην ουκ είχον πρότερον, καθώς ο θεολόγος Γρηγόριος τούτο δηλοί εις το Πάσχα λέγων: «σήμερον σωτηρία τω κόσμω, όσος τε ορατός και όσος αόρατος» και ο τούτου σχολιαστής ερμηνεύει Νικήτας.

Οι εν τω άδη Προπάτορες ευφραίνονται, οι εν τοις μνημείοις εγείρονται, οι εν τη γη Απόστολοι χαίρουσι, και ο ίδιος άδης πανηγυρίζει με όλα ομού τα επίγεια και ουράνια και άλλο δεν ακούεται εις κάθε μέρος, παρά το «Χριστός Ανέστη!». Πως εσύ να μην αγαλλιάσης εις την ημέραν ταύτην της αγαλλιάσεως, ήτις είναι των εορτών Εορτή και Πανήγυρις των πανηγύρεων κατά τον θεολόγον Γρηγόριον; Έαρ της Εκκλησίας μεταξύ των καιρών. Ήλιος μεταξύ των αστέρων, χρυσός μεταξύ των μετάλλων και βασιλίς, μεταξύ όλων των ημερών του ενιαυτού. Ήξευρε γαρ ότι αν δεν χαρής πνευματικώς εις όλα ταύτα τα υπερφυσικά χαρίσματα της του Χριστού Αναστάσεως, είναι κακόν σημάδι δια λόγου σου, πως δεν αγαπάς τον αναστάντα Χριστόν και ακολούθως πως δεν είσαι αληθινός Χριστιανός, αλλά ξένος του Χριστού και αλλότριος, διότι δεν συγχαίρεσαι εις την χαράν και δόξαν του Κυρίου σου.

Δια τούτο άναψαι αδελφέ την καρδίαν σου με μίαν φλόγα αγάπης προς τον αναστάντα Χριστόν, ευφραινόμενος εις την ευδαιμονίαν και εις το ιδικόν του καλόν περισσότερον, παρά όπου ήθελες ευφρανθή αν ήτο ιδικόν σου. Και επειδή σήμερον έγιναν καινούργια όλα τα πάντα, ως λέγει ο Παύλος: «τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα» (Β' Κορ. ε' 17): καινός ο τάφος, καιναί αι σινδόνες, καινή η Ανάστασις του Κυρίου. Καινοί οι αναστάντες Προπάτορες και Δίκαιοι, καινός ο ουρανός, καινή η γη. Ψάλλε και εσύ ακολούθως καινά άσματα καθώς σε προστάζει ο Δαβίδ: «άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν». (Ψαλμ. ρμθ' 1). Και συλλογίζου καινούργιους λογισμούς. Κάμνε έργα καινούργια, ζήσαι ζωήν καινούργιαν και αξίαν της του Χριστού καινής Αναστάσεως. Εσύ όταν εβαπτίσθης, συναπέθανες και συνεταφιάσθης μαζί με τον Χριστόν εις την αγίαν κολυμβήθραν και συνανεστήθης μαζί με Αυτόν και υπεσχέθης να ζήσης μίαν καινούργιαν ζωήν, ως λέγει ο Παύλος «συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον ίνα ως περ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. στ' 4). Λοιπόν, εντράπου πως έως τώρα παρέβης την υπόσχεσιν αυτήν και έζησες μίαν ζωήν παλαιάν και διεφθαρμένην και από της σήμερον και εις το εξής αποφάσισαι να ανακαινίσης την πρώτην εκείνην υπόσχεσιν όπου έδωκες εις το άγιον Βάπτισμα και να ζήσης μίαν άλλην καινούργιαν ζωήν, όχι με τρυφάς και ξεφαντώματα και χορούς και τραγούδια. Όχι με φιληδονίας και φιλοδοξίας, όχι με φιλαργυρίας και άλλας αμαρτίας. Διότι αυτά είναι της φθαρτής ζωής του παλαιού ανθρώπου, τον οποίον εκδύθης εις το Βάπτισμα και όποιος ταύτα εργάζεται, έχει να αποθάνη «ει γαρ κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν» (Ρωμ. η' 13). Αλλά με την παρθενίαν και αφθαρσίαν του σώματος, με την καθαρότητα και απάθειαν της ψυχής. Με την πνευματικήν γνώσιν και θεωρίαν του νοός και με τας λοιπάς ζωοποιούς αρετάς και καλά έργα, τα οποία είναι της νέας ζωής του καινού ανθρώπου και της Αναστάσεως του Χριστού, ο Οποίος αφ ου ανέστη, έζησε μίαν νέαν ζωήν, ελευθέραν έως και από τα αδιάβλητα πάθη της φύσεως, πείναν δηλ. και δίψαν και ψύχραν και τα λοιπά.

Έτσι και εσύ ως συναναστηθείς τω Χριστώ δια της πίστεως, χρεωστείς να ζήσης ελεύθερος καν από τα διαβεβλημένα πάθη και αμαρτίας και να φυλάττης καθαράν αυτήν την νέαν ζωήν όπου σου εχάρισεν ο Χριστός και μη σε πλανήση ο διάβολος λέγωντάς σου εις αυτάς τας αγίας ημέρας: τώρα είναι Ανάστασις και λαμπρά και τρώγε, πίνε, ευφραίνου, ξεφάντωνε. Διότι λέγει ο θείος Χρυσόστομος, ότι αν και ο καιρός της νηστείας επέρασεν, αλλ ο καιρός της εγκρατείας είναι πάντοτε με ημάς και μάλιστα, διότι η αγία Πεντηκοστή είναι οπίσω και μας προσμένει και πρέπει να καθαριζώμεθα εις τας ημέρας ταύτας, δια να λάβωμεν εις την ψυχήν μας τον ερχομόν και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, καθώς και η Εκκλησία ούτω ψάλλει: «νέαν και καινήν πολιτείαν παρά Χριστού μεμαθηκότες, ταύτην μέχρι τέλους φυλάττειν, διαφερόντως πάντως σπουδάσωμεν, όπως Αγίου Πνεύματος την παρουσίαν απολαύωμεν.» Όθεν είπε και ο μέγας Βασίλειος «πως ημάς η Πεντηκοστή υποδέξεται, ούτω του Πάσχα καθιβρυσθέντος, η Πεντηκοστή του Πνεύματος έσχε του αγίου την εναγή και πάσι γνωρίμην επιδημίαν.συ δε προλαβών σεαυτόν, οικητήριον του αντικειμένου εποίησας Πνεύματος, εγένου ναός ειδώλων, αντί του γενέσθαι ναός Θεού δια της ενοικήσεως του Πνεύματος του Αγίου και επεσσάσω την αράν του προφήτου ειπόντος εκ προσώπου του Θεού.«ότι στρέψω τας εορτάς αυτών εις πένθος» (Αμώς στ' 16)» (Εν τω τέλει του «Κατά μεθυόντων» λόγου).

Ευχαρίστησε τον Κύριον δια τα χαρίσματα όπου σου εχάρισε δια μέσου της Αναστάσεώς Του και μάλιστα διότι σε έκαμε με την Ανάστασίν Του καινούργιον αντί παλαιού «ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις» (Β' Κορ. ε' 17). Και επειδή κατά τους νηπτικούς και θεοσόφους Πατέρας, τρεις είναι αι αναστάσεις όπου ενεργούνται μυστικώς και ηθικώς εις τον άνθρωπον, η μία του σώματος, η άλλη της ψυχής και άλλη του νοός. Η μία της αρετής ήτις κατορθούται δια της πρακτικής φιλοσοφίας, η άλλη του λόγου, ήτις κατορθούται δια της των όντων θεωρίας και πνευματικής γνώσεως και άλλη της υπέρ λόγον σιγής, ήτις κατορθούται δια της αρπαγής προς Θεόν. Παρακάλεσαι τον σήμερον αναστάντα Κύριον να ενεργήση εις τον εαυτόν σου δια της Χάριτός Του αυτάς τας τρεις αναστάσεις και να ζωοποιήση το σώμά σου όπου ενεκρώθη από την εμπάθειαν, την ψυχήν σου όπου ενεκρώθη από την ηδυπάθειαν, και τον νουν σου τον νεκρωθέντα από την προσπάθειαν.

Και ούτω ζωοποιήσας αυτά τα τρία μέρη δια της απαθείας, να σε αξιώση να αναστηθής από εδώ μαζί με Αυτόν, όχι δια ψιλής πίστεως, αλλά δια πείρας και νοεράς αισθήσεως, ώστε να λέγης κατά αλήθειαν και όχι με λόγον μόνον το: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον». Και να βασιλεύη και να ζη ο Χριστός μόνος εις εσένα και εσύ αντιστρόφως να βασιλεύεσαι και να ζής εις μόνον τον Χριστόν, κατά την παραγγελίαν όπου σου δίδει ο Απόστολος: «ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Β' Κορ. ε' 15).

Συλλογίσου αγαπητέ, ότι έχομεν χρέος δεύτερον να συγχαρώμεν με την Παναγίαν Παρθένον, ήτις όταν είδε τον θείον Υιόν Της όπου ανέστη, εγέμισε παρευθύς από τόσην μεγάλην χαράν όση ήτο μεγάλη και η περασμένη θλίψις όπου εδοκίμασεν εις τα Πάθη Του. Οι πόνοι Αυτής και αι θλίψεις μετρούνται από την γνώσιν όπου είχε της απείρου αξιότητος του ενσαρκωμένου Λόγου, και από την αγάπην όπου είχεν εις Αυτόν, όχι μόνον ως Θεόν ομού, και ως γέννημα των σπλάγχνων Της, αλλά και ως Μονογενή Αυτής Υιόν και ως μόνη ούσα Μήτηρ Αυτού χωρίς πατρός, τα οποία όλα δεν άφιναν την αγάπην Της να μοιρασθή εις άλλα πράγματα, αλλά την επολλαπλασίαζαν εις μόνον τον γλυκύν Της Υιόν. Όθεν επειδή και Τον εγνώριζε περισσότερον, Τον ηγάπα και περισσότερον, παρά όπου Τον εγνώριζαν και Τον ηγάπων όλοι οι άγγελοι εις τον ουρανόν, λοιπόν ακόλουθον είναι να ειπούμεν, ότι η Παναγία Παρθένος έπαθεν εις το Πάθος του Υιού Της περισσότερον από εκείνο όπου έπαθαν όλα ομού τα κτίσματα. Και ότι η λύπη Της δεν ευρίσκει άλλην παρόμοιαν δια να συγκριθή πάρεξ την λύπην όπου εδοκίμασεν ο ηγαπημένος Της Ιησούς. «Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. β' 35).

Αφ ου όμως Αυτή πρώτη επήγε κατά το μεσονύκτιον δια να θεωρήση τον τάφον του Υιού Της.και αφ ου δι Αυτήν και μόνην έγινεν ο σεισμός και Αρχάγγελος Γαβριήλ ο συνήθης διακονητής και τροφεύς και Ευαγγελιστής Της κατέβη από τους ουρανούς και εκύλισε την πέτραν από την πόρταν του τάφου και εκάθητο επάνω εις αυτήν αστραπόμορφος και χιονοειδέστατος: «Άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού, προσελθών απεκύλισε τον λίθον από της θύρας και εκάθητο επάνω αυτού.ην δε η ιδέα αυτού ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών». (Ματθ. κη' 2). Αφ ου λέγω κατέβη ο θείος Γαβριήλ. ω, πως μετετράπη ευθύς εις υπερβολικήν χαράν η υπερβολική Της λύπη! Ω πόσον ηγαλλίασε το πνεύμα Της, όταν είδεν, ότι δι Αυτήν μόνην ανοίχθη ο τάφος του Υιού Της! (Καθώς γαρ δια την Θεοτόκον ανοίχθησαν εις τους ανθρώπους τα ουράνια και τα επίγεια, έτσι και δια την Θεοτόκον ανοίχθη ο ζωοποιός Τάφος του Κυρίου). ως λέγει ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος: «εμοί δε δοκεί και δι Αυτήν πρώτην τον ζωηφόρον εκείνον ανοιγήναι τάφον.δι Αυτήν γαρ πρώτην και δι Αυτής πάντα ημίν ηνέωκται, όσα επί του Ουρανού άνω και όσα επί της γης κάτω». (Λόγ. εις την Κυριακήν των Μυροφόρων).

Και όταν Αυτή πρώτη εθεώρησε την Ανάστασιν του Υιού Της! Ω πόσον ευφράνθη, όταν πλησιάζουσα εις τον αγαπητόν Της Ιησούν επίασε με άκραν ευλάβειαν και αγάπην τους αγίους Του πόδας και τους επροσκύνησε! Και όταν είδε γεμάτα απο θείον φως και από της Αναστάσεως τα μέλη του γλυκυτάτου Της Υιού, τα οποία προ ολίγου ήσαν όλα καταξεσχισμένα. όλα άτιμα και ανίδεα! Μάλιστα δε εξαιρέτως πόσον εχάρη, όταν ήκουσεν από το θείον στόμα του Υιού Της τον χαροποιόν εκείνον λόγον όπου Της είπε το, «χαίρε». Μολονότι και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει, ότι ήτο μαζί Της και η Μαγδαληνή Μαρία και επίασε και αυτή τους πόδας του Κυρίου και το «χαίρε» και αυτή ήκουσε, με σκοπόν δια να μη αμφιβάλλεται η Ανάστασις του Κυρίου μαρτυρουμένη από μόνην την θείαν Μητέρα Του δια την φυσικήν οικειότητα, ως ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (μετά Ξανθοπούλου εν τω συναξαρίω του Πάσχα) αποδεικνύει τούτο ισχυρώς. (Λόγος εις την Κυριακήν των Μυροφόρων). Και λοιπόν ποίος νους ημπορεί να καταλάβη τι λογής τελειότης αγάπης και χαράς απέρασεν αναμεταξύ της Θεοτόκου και του Χριστού, αναμεταξύ μιας τοιαύτης Μητρός και ενός τοιούτου Υιού;

Όθεν αν η Θεοτόκος ήναι φυσική μεν Μήτηρ του Χριστού, θετή δε και πνευματική μήτηρ όλων των Χριστιανών και τοιαύτη μήτηρ, ώστε όπου, καθώς ο Χριστός μας παραγγέλλει να μη καλέσωμεν πατέρα εις την γην, επειδή κυρίως ένας είναι ο Πατήρ μας ο επουράνιος «και πατέρα μη καλέσητε υμών επί της γης.εις γαρ εστιν ο Πατήρ υμών ο εν τοις Ουρανοίς» (Ματθ. κγ' 9). Έτσι έχομεν δίκαιον να ειπούμεν, και ότι ημείς μητέρα άλλην κυρίως δεν έχομεν, ει μη την Θεοτόκον6. Αν λέγω η Θεοτόκος ήναι μήτηρ των Χριστιανών, χρεωστείς και συ αδελφέ ως Χριστιανός και υιος της Παρθένου να συγχαρής εις την μεγάλην ταύτην χαράν Της. Διότι, ανίσως και εις καιρόν της τόσης Της ευτυχίας, εάν δεν ήθελες συγχαρή με την Παναγίαν, βέβαια έχεις να φανής ανάξιος της αγάπης Της. Και εάν φανής ανάξιος της αγάπης Της, έχεις να φανής ανάξιος δια να δεχθής υπό κάτω εις την Σκέπην Της, και εάν Αύτη η κοινή μήτηρ δεν σε δεχθή υπό την Σκέπην Της αλλοίμονον εις εσέ! ποία ελπίς πλέον θέλει μένει δια την σωτηρίαν σου; Επειδή Αυτή είναι η μήτηρ της ελεημοσύνης και δια μέσου των χειρών Αυτής περνούν όλαι αι του Θεού χάριτες, τόσον εν τω ουρανώ, όσον και εν τη γη. τόσον εις τους αγγέλους, όσον και εις τους ανθρώπους.

Αυτή μόνη γαρ μεθόριον γενομένη αναμεταξύ του Θεού και των κτισμάτων, λαμβάνει από την Τρισήλιον Θεαρχίαν όλας τας υπερφυσικάς δωρεάς και χαρίσματα και τα μεταδίδει ως φιλανθρωποτάτη Βασίλισσα εις όλας τας τάξεις των αγγέλων και των ανθρώπων, κατά την αναλογίαν της αγάπης όπου έχουν προς Αυτήν, ώστε Αυτή μόνη είναι και ο ταμιούχος εν ταυτώ και ο χορηγός του πλούτου της Θεότητος και χωρίς την μεσιτείαν αυτής, δεν δύναται να πλησιάση τινάς εις τον Θεόν, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, καθώς περί Αυτής υψηγορεί ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος εν τω α' λόγω των Εισοδίων.

Όθεν ακολούθως και αι πρεσβείαι της Θεοτόκου ηθέλησεν ο Κύριος, να είναι νόμοι απαράβατοι, δια να γίνεται παρ Αυτού έλεος και ευσπλαγχνία εις εκείνους, δια τους οποίους πρεσβεύει: «στόμα δε ανοίγει σοφώς και νομοθέσμως, η δε ελεημοσύνη αυτής ανέστησε τα τέκνα αυτής και επλούτησαν» (Παροιμ. κθ' 26). Και ο άγιος Γερμανός «ουδέ γαρ ενδέχεταί Σε ποτέ παρακουσθήναι.επειδή πειθαρχεί Σοι κατά πάντα, και δια πάντα, και εν πάσιν ο Θεός, ως αληθινή Αυτού αχράντω Μητρί» (Λόγ. εις την Κοίμησιν). Συγχαίρου λοιπόν εξ όλης σου της καρδίας με Αυτήν την Δέσποιναν του Ουρανού και της γης, της χαράς το δοχείον επειδή εις Αυτήν πρώτην εδόθη η χαρά και προ της Αναστάσεως εις τον Ευαγγελισμόν Της, και μετά την Ανάστασιν σήμερον. Συγχαίρου με την Θεοτόκον, καθώς την συγχαίρεται και όλη η του Χριστού Εκκλησία εις χίλια μέρη των ασματικών τροπαρίων Της ψάλλουσα εις Αυτήν χαρμοσύνως και πανηγυρικώς, τώρα μεν «ο άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη, αγνή Παρθένε χαίρε και πάλιν εώ χαίρε.ο Σός Υιος ανέστη τριήμερος εκ τάφου», τώρα δε «Συ δε αγνή τέρπου Θεοτόκε, εν τη εγέρσει του τόκου Σου» και ποτέ μεν «Αναστάντα κατιδούσα σόν Υιόν και Θεόν, χαίροις συν Αποστόλοις, Θεοχαρίτωτε αγνή», ποτέ δε «την γαρ εν τω πάθει σου μητρικώς πάντων υπεραλγήσασαν, έδει και τη δόξη της σαρκός Σου, υπερβαλλούσης απολαύσαι χαράς». Τι λέγω; Συγχαίρου με την Θεοτόκον, καθώς την συγχαίρεται και αυτή όλη η άλογος και αναίσθητος κτίσις και χαίρει εις την Ανάστασιν του Υιού Της και Την δωροφορεί με όλα τα κάλλιστα και εξαίρετα δώρα και χάριτας του έαρος και της γλυκυτάτης ανοίξεως.

Και δεν βλέπεις και μόνος με τους οφθαλμούς σου, πως τώρα ο ουρανός είναι διαυγέστερος; ο κύκλος της Σελήνης είναι λαμπρότερος και αργυροειδέστερος, και όλος ο χορός των αστέρων φαίνεται καθαρώτερος; Δεν βλέπεις πως τώρα η γη είναι στεφανωμένη με τα πολυποίκιλά της χορτάρια, με τα ανοιγμένα διάφορα δένδρα της και με τα ποικιλόχροα και ευωδέστατα άνθη και ρόδα της, τα οποία άλλα μεν ευγήκαν τελείως από τους κάλυκάς των και παρρησιάζουν εις τους ορώντας την ροδόπνοον χάριν τους άλλα δε εβγήκαν ολίγον και άλλα ακόμη ευρίσκονται εις τους κάλυκάς των μέσα ωσάν εις νυμφικόν θάλαμον; Δεν ακούεις με τα αυτιά σου την συμφωνίαν και εναρμόνιον μουσικήν όπου τώρα κάμνουν με τα γλυκυτάτας φωνάς των επάνω εις τα χρυσοπράσινα και δασύφυλλα δένδρα αι αηδόνες, αι χελιδόνες, αι τρυγόνες, οι κόσσυφοι, οι κόκκυγες, αι πέρδικες, αι κίσσαι, αι φάσσαι, οι σπίνοι και όλα τα λοιπά ωδικά όρνεα και πουλιά και πως συνερίζονται να νικήση ένα το άλλο με τα ποικιλόφθογγα και γοργογλυκόστρεπτα αυτών κελαδήματα; Και πως κατασκευάζουν τόσον τεχνικά τας φωλέας των και τα μεν θηλυκά κάθηνται και πυρώνουν τα αυγά μέσα εις αυτάς, τα δε αρσενικά πετούν τριγύρω και κελαδούν γλυκύτατα; Δεν βλέπεις πως τώρα αι βρύσες τρέχουν καθαρώτερα; Πως οι ποταμοί λυθέντες από τους χειμερίους πάγους ρέουσι πλουσιώτερα και ποτίζουν όπου περνούν της γης το πρόσωπον; Πως τα περιβόλια ευωδιάζουν;

Πως το χορτάρι κόπτεται; Πως τα μικρά και τρυφερά αρνάκια πηδούν και χορεύουν επάνω εις τους χλοηφόρους κάμπους και τα χωράφια; Δεν βλέπεις πως αι φιλόπονοι μέλισσαι τώρα ευγαίνουσαι από τα κοφφίνιά των βομβούσιν ηδύτατα και πετούν τριγύρω εις τους λειμώνας και περιβόλια και κλέπτουν τα άνθη και πλάττουσι τα κηρία των, βάνουσαι τας ευθείας γραμμάς αντίθετα εις τας γωνίας δια περισσοτέραν ασφάλειαν εν ταυτώ και κάλλος του έργου των και το γλυκύτατον μέλι κατασκευάζουσι; Δεν βλέπεις πως τώρα οι άνεμοι ησυχάζουσι; Πως αι γλυκείαι αύραι των ζεφύρων πνέουσι; Πως η θάλασσα είναι γαληνιαία και ήρεμος; Πως οι ναύται ταξιδεύουν άφοβα και πως οι δελφίνες συμπεριπατούν ομού με τα πλοία φυσώντες και κολυμβώντες γλυκύτατα και ξεπροβοδίζουν τους ναύτας με ευθυμίαν; Δεν βλέπεις πως τώρα οι γεωργοί, τα βόδια ζεύξαντες τέμνουσι την γην με το άροτρον και με τας καλάς ελπίδας των καρπών, όλοι είναι πασίχαροι;

Πως οι ποιμένες και βουκόλοι κατασκευάζοντες σύριγγας και συραύλια μέσα εις τα δένδρα περνούσι την άνοιξιν και πως οι αλιείς και ψαράδες τα δίκτυα και τους γρίπους εις την θάλασσαν ρίπτοντες, τα βγάνουν τώρα γεμάτα από ψάρια; Δεν βλέπεις πως τώρα όλα τα ορατά κτίσματα, όπου και αν γυρίσης να ιδής, είναι τερπνά, είναι ευώδη, είναι δροσώδη, είναι χαριέστατα και πανευφρόσυνα, ευχαριστούντα τας πέντε αισθήσεις του σώματος; Και πως φαίνονται ωσάν να συνανεστήθησαν με τον Χριστόν και αυτά και να εζωντάνευσαν από εκεί όπου ήσαν πρότερον ωσάν νεκρωμένα και αποθαμένα από την προλαβούσαν ψύχραν και δριμύτητα του χειμώνος; Και δια να ειπώ με συντομίαν, συγχαίρου με την Θεοτόκον και εσύ αδελφέ, καθώς την εσυγχάρηκαν και αι θείαι μυροφόροι, η Μαγδαληνή Μαρία και η Σαλώμη και η Ιωάννα. Δύνασαι γαρ εάν θέλης να γίνης και εσύ ωσάν αυτάς κατά την ψυχήν, καθώς σε παρακινεί ο θεολόγος Γρηγόριος εις το Πάσχα λέγων: «καν Μαρία τις ης, καν Σαλώμη, καν Ιωάννα, δάκρυσον ορθρία, ίδε πρώτη τον λίθον ηρμένον, τυχόν δε και τους αγγέλους και Ιησούν αυτόν», όπου ο σχολιαστής Νικήτας λέγει: «Μαρία Μαγδαληνή είναι κάθε ψυχή πρακτική, καθαρθείσα δια λόγου των Ευαγγελικών εντολών, ωσάν από δαιμόνια, από την προσπάθειαν της εβδοματικής ταύτης ζωής. Σαλώμη δε, ειρήνη ερμηνευομένη, είναι η ψυχή εκείνη όπου νικήση τα πάθη και υποτάξη το σώμα εις την ψυχήν και δια της θεωρίας των πνευματικών νοημάτων την των όντων γνώσιν περιλαμβάνουσα και δια τούτο ειρήνην τελείαν έχουσα. Ιωάννα δε, περιστερά ερμηνεύεται και είναι η ψυχή εκείνη η άκακος και γονιμωτάτη εις τας αρετάς, η οποία απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμή εις το να γεννά τα πνευματικά νοήματα με γνώσιν και διάκρισιν.

Εάν τοιαύτη γίνη η ψυχή σου αγαπητέ, πήγαινε ωσάν τας μυροφόρους μετά προθυμίας και σπουδής (ο γαρ όρθρος ταχύτητα και σπουδήν δηλοί) εις τον τάφον, ήγουν εις το βάθος, εν ω είναι κεκρυμμένος ο λόγος των επιγείων και ουρανίων και εις την ιδικήν σου καρδίαν και ζήτησαι με δάκρυα νοητά και αισθητά να μάθης εάν ανεστήθη ο εν σοί λόγος της αρετής και της γνώσεως. Και εάν ζητήσης με τοιούτον τρόπον, πρώτον μεν θέλεις ιδεί να σηκωθή από την καρδίαν σου ο λίθος, ήγουν η πώρωσις της ασάφειας του λόγου, και αφ ου αυτή σηκωθή θέλεις ιδεί τους αγγέλους, ήγουν τας κινήσεις της συνειδήσεώς σου να σου κηρύττουν, ότι ανέστη ο εν σοί δια κακίαν νεκρωθείς λόγος της αρετής και της γνώσεως, επειδή εις την ψυχήν του φαυλοβίου ανθρώπου ο λόγος δεν ενεργεί, αλλά τρόπον τινά είναι νεκρός. Και εις όλον το ύστερον θέλεις ιδεί και αυτόν τον λόγον να σου εμφανίζεται εις τον νουν γυμνός και χωρίς τύπους και σύμβολα και να γεμίζει τας νοεράς δυνάμεις της ψυχής σου από χαράν πνευματικήν. Όθεν αφού τοιουτοτρόπως πληροφορηθής την του λόγου ανάστασιν δια της πρακτικής, συγχαίρου και με την άλλην Μαρίαν, ήγουν την Μητέρα του Θεού, ήτις εις την θεωρίαν περιλαμβάνεται, η οποία αφ ου επρόλαβε μίαν φοράν και είδε την Ανάστασιν του Υιού Της, επληροφορήθη και ησύχασε και πλέον εις τον τάφον δεν επήγεν, ωσάν τας άλλας μυροφόρους, επειδή και η θεωρία προλαμβάνει και απλώς νοεί, η δε πράξις έπεται και πείρα λαμβάνει την γνώσιν».

Η μεγαλυτέρα δε χαρά όπου έχεις να προξενήσης εις την Θεοτόκον είναι εάν κάμης απόφασιν να νικάς τα πάθη σου εις κάθε καιρόν και να παρθενεύης δια την αγάπην της Παρθένου. Και δια να γίνης άξιος να σε υπερασπίζεται και να σε έχη δια υιόν Της επιμελήσου να υποτάσσεσαι και να δουλεύης όσον δύνασαι περισσότερον Αυτήν και τον Μονογενή Της Υιόν και παρακάλεσαί Την να σε συναριθμήση με τους ευλαβητικούς δούλους Της και να σε αξιώση να χαίρεσαι με Αυτήν αιωνίως εις τον ουρανόν, ψάλλοντας εις Αυτήν εκείνο το Δαυιτικόν: «μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.δια τούτο λαοί εξομολογήσονταί σοι εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. μδ' 17).
Συλλογίσου αγαπητέ, ότι πρέπει τρίτον να συγχαρώμεν με το σώμά μας, διότι ο αναστάς εκ των νεκρών Κύριος δεν ευχαριστήθη μόνον με τον τύπον του θανάτου και της Αναστάσεώς Του όπερ εστί το άγιον Βάπτισμα. Τούτων γαρ τύπον έχει το θείον Βάπτισμα, ως λέγει ο θείος Παύλος: «ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου Αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα» (Ρωμ. στ' 5), δεν ευχαριστήθη λέγω μόνον με τον τύπον της Αναστάσεώς Του να συγχωρήση το προπατορικόν μόνον αμάρτημα, να αφήση δε την ποινήν και τα αποτελέσματά του να ενεργούν, αλλά σήμερον με την πραγματικήν Του Ανάστασιν εξαλείφει ακόμη και αυτήν την ποινήν και το αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος.όπερ εστίν ο θάνατος. «Έσχατός φησιν εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α' Κορ. ιε'). Και ούτω με τελειότητα σηκώνει από το μέσον ως νέος Αδάμ την αμαρτίαν με όλας τας ρίζας και κλάδους της και καρπούς.

Διότι με την δύναμιν της σημερινής Αναστάσεώς Του χαρίζει εις όλην την φύσιν των ανθρώπων την ανάστασιν των σωμάτων τόσον των πιστευόντων εις Αυτόν, όσον και εκείνων όπου απιστούν. Και κατά τούτο υπερβαίνει το χάρισμα του νέου Αδάμ από το αμάρτημα του παλαιού, καθ ότι, όσοι μεν εμέθεξαν από το αμάρτημα εκείνου, ούτοι και απέθανον. Όσοι δε εμέθεξαν από την πίστιν του Χριστού, δεν αναστένωνται μόνοι, αλλά ακόμη και όσοι δεν εμέθεξαν από ταύτην την πίστιν, ως λέγει ο κριτικός Φώτιος ερμηνεύων το αποστολικόν εκείνο, «πλήν ουχ ως το παράπτωμα, ούτω και το χάρισμα.ει γαρ τω του ενός παραπτώματι οι πολλοί απέθανον, πολλώ μάλλον η χάρις του Θεού και η δωρεά εν χάριτι του ενός ανθρώπου Ιησού Χριστού εις τους πολλούς επερίσσευσε» (Ρωμ. ε' 15).

Και η αιτία είναι διότι, καθώς όλην την φύσιν των ανθρώπων ανέλαβεν ο Κύριος εις την θείαν Του υπόστασιν, έτσι ανεκαίνισε όλην την φύσιν, αναστήσας και τους απίστους αυτούς, διότι φυσικώς εν τω Αδάμ ήμαρτον και ου προαιρετικώς. Επειδή όμως προαιρετικώς δεν ηθέλησαν να πιστεύσουν εις τον νέον Αδάμ, δια τούτο και τα μέλλοντα αναστηθήναι σώματα αυτών θέλουν έχει μεγάλην και ασύγκριτον διαφοράν από τα αναστηθησόμενα σώματα των πιστών και εναρέτων. Καθ ότι εκείνα μεν θέλουν είναι σκληρά βαρέα, άσχημα, άτιμα, μαύρα, σκοτεινά, ψυχρά και χονδρά και αυτά όλα τα άθλια ιδιώματα έχουν να αυξάνουν η να ολιγοστεύουν εις αυτά, κατά την αναλογίαν της απιστίας αυτών και κακίας, τα δε σώματα των πιστών και Ορθοδόξων έχουν εκ του εναντίου να είναι μαλακά, κούφα, ωραία, ένδοξα, διαφανή, φωτεινά, θερμά και πνευματικά. Και αυτά όλα τα μακαριστά ιδιώματα έχουν να αυξάνουν η να ολιγοστεύουν εις αυτά κατά την αναλογίαν της πίστεως και αρετής αυτών, καθώς γενικώς περί τούτων των ιδιωμάτων αναφέρει ο Απόστολος εν τη Α' προς Κορινθ. κεφ. ιε' 42 λέγων: «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία.σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη. σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται δυνάμει.σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν».

Συλλογίσου λοιπόν αδελφέ, πόσον μας ηγάπησεν ο Δεσπότης μας Ιησούς Χριστός ώστε όπου χωρίς ημάς δεν ηθέλησε να ήναι αθάνατος και μακάριος κατά την ψυχήν και κατά το σώμα, αλλά ηθέλησε και τα ιδικά μας σώματα να θριαμβεύσουν κατά του θανάτου και να γυρίσουν πάλιν να ζουν ομού με Αυτόν δια παντός, δεδοξασμένα και μακάρια: «ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει συν αυτώ» (Α' Θεσσαλ. θ' 13). Επειδή με το μέσον του θανάτου και της Αναστάσεώς Του μας έκαμεν αξίους δια μίαν τοιαύτην ζωήν και μακαριότητα, γενόμενος ημών Πατήρ αθάνατος και ημείς αθάνατα τέκνα Του εις αιώνας αιώνων, κατά τον τίτλον όπου Του έδωκεν ο Προφήτης: «Πατήρ του μέλλοντος αιώνος». (Ησ. θ' 6). Μάλιστα ηθέλησεν όχι μόνον να υπηρετήση εις την ανάστασίν μας ως μισθός, αλλά και ως αρχέτυπον. Ώστε το σώμα μας όταν αναστηθή να έχη μεγάλην αναλογίαν και ομοιότητα με το μέτρον εκείνου του δεδοξασμένου Του σώματος: «μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών, εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλιπ. γ' 21). Και καθώς ο αισθητός ήλιος όταν κτυπήση τας ακτίνας του εις ένα καθαρόν καθρέπτην, ο καθρέπτης εκείνος γίνεται άλλος ήλιος, έτσι και ο νοητός ήλιος Χριστός εν τη μελλούση αναστάσει κτυπώντας τας ακτίνας Του εις τα αναστηθέντα σώματά μας, έχει να τα κάμη να λάμπουν ωσάν άλλοι ήλιοι όμοιοί Του καθώς είναι γεγραμμένον: «τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του Πατρός αυτών» (Ματθ. ιγ' 43).

Ω θαυμαστά εφευρέματα όπου εύρεν ο γλυκύτατός μας Ιησούς δια να μας αγαθοποιήση! Ω ασύγκριτα χαρίσματα όπου μας εχάρισε δια της Αναστάσεώς Του! Και τι άλλο μεγαλύτερον και θεοπρεπέστερον χάρισμα ηδύνατο να χαρίση εις ημάς ωσάν αυτό όπου μας εχάρισεν, ήγουν το να δοξάση με τόσην μεγαλοπρέπειαν αιωνίως όχι μόνον την ψυχήν αλλά και αυτό το σώμά μας; Έστω.η ψυχή εις όλον το ύστερον είναι καθαρόν πνεύμα.είναι συγγενές με τους αγγέλους και εικών της Θεότητος, όθεν δεν φαίνεται τόσον υπερβολική αγάπη το να πάθη ο Κύριος, δια να την δοξάση αιώνια. Αλλά τι λογής υπερβολή αγάπης είναι αύτη το να πάθη τόσον ένας Υιος του Θεού δια να αξιώση μιας αιωνίου δόξης το σώμά μας όπου είναι μία γη και σποδός; όπου είναι ένα σκεύος γεμάτον από δυσωδίαν και ακαθαρσίαν και μάλιστα όπου απεστάτησε τόσαις και τόσαις φοραίς από το θείόν Του θέλημα με τας κακάς του ορέξεις; Κατά αλήθειαν ανίσως και ημείς ηθέλαμεν καταξεσχίση δια τον Ιησούν Χριστόν με χίλια μαρτύρια το σώμά μας.ανίσως και ηθέλαμεν το καρφώση δι αγάπην Του επάνω εις τον Σταυρόν.η το ολιγώτερον ανίσως ηθέλαμεν το φυλάξη καθαρόν από κάθε λογής αμαρτίαν και μολυσμόν, πάλιν δεν ήτο άξιον το σώμά μας να απολαύση εις τον ουρανόν ένα προνόμιον τόσον υψηλόν, όπου να συνδοξασθή με το σώμα του Λυτρωτού μας «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η' 18).Και τώρα να απολαύση αυτό το υψηλόν προνόμιον τούτο το σώμα, ύστερα αφ ου ύβρισε τον Θεόν δια να θεραπεύση τον εαυτόν του και αφ ου εμολύνθη με τόσας αμαρτίας μόνον διότι εκαθαρίσθη μετρίως με την μετάνοιαν; Τούτο εκπλήττει κάθε νουν. Τούτο κάμνει άφωνον κάθε γλώσσαν.

Ω μακάριαι λοιπόν όπου είναι αι ελπίδες των Χριστιανών, με τας οποίας προσμένουν βέβαια να λάβουν τα σώματά των μίαν τοιαύτην ανάστασιν και δόξαν! Αυταί αι ελπίδες της αναστάσεως κάμνουσι σήμερον να χαίρωνται οι Προπάτορες και Προφήται. Ο αποκτανθείς Άβελ, ο απιστούμενος Νώε, ο εν τοις ξένοις ξενωθείς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Ο λεπρωθείς Ιώβ, ο διωχθείς Μωσής, ο διαβληθείς Ααρών, ο πολεμών Ιησούς ο του Ναυή, ο πεινών Δαβίδ, ο απογνούς εαυτόν Ηλίας, ο περιγελώμενος Ελισσαίος. Ο πριονισθείς Ησαίας, ο εν τω λάκκω βληθείς Ιερεμίας. Ο ραπισθείς Μιχαίας, ο λιθοβολιθείς Ναβουθαί. Αυταί αι ελπίδες κάμνουσι να ευφραίνωνται οι Απόστολοι και οι μάρτυρες Ιάκωβος και Παύλος οι αποκεφαλισθέντες.Πέτρος και Ανδρέας οι σταυρωθέντες.ο ποτήριον φαρμάκου πιών11 και εν ζέοντι ελαίω βληθείς12 Ιωάννης ο Θεολόγος.Ματθαίος και Πολύκαρπος οι πυρποληθέντες.οι Γεώργιοι, οι Δημήτριοι, οι Ευστάθιοι και πάντες οι λοιποί. Αυταί αι ελπίδες κάμνουσι σήμερον να αγάλλωνται όλοι οι Όσιοι και Ασκηταί, οι οποίοι επλανώντο εν ερημίαις και όρεσι και σπηλαίοις, κακουχούμενοι, θλιβόμενοι και βασανίζοντες την σάρκα των με διαφόρους κακοπαθείας και όσον περισσότερον εβασανίζοντο, τόσον περισσότερον εχαίροντο. Διατί; Δια να λάβουν ενδοξοτέραν ανάστασιν: «ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν» (Εβρ. ια' 35).

Αυταί, αυταί αι μακάριαι ελπίδες της αναστάσεώς σου, πρέπει να κάμνουν και εσένα αδελφέ να χαίρεσαι εις τας θλίψεις σου, να πλουτίζης εις την πτωχείαν σου, να παρηγορήσαι εις τας ασθενείας σου και να ευφραίνεσαι εις όλας τας δυστυχίας όπου σου έρχονται. Διότι όσον περισσότερον θλιβής και κακοπαθήσης εδώ, τόσον ενδοξοτέραν ανάστασιν έχεις να λάβης: «ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν». Όθεν αν τυφλωθής, χαίρε ότι αυτά τα μάτια έχουν να λαμπρυνθούν περισσότερον και να θεωρούν καθαρώτερον το φως της Τρισηλίου Θεότητος. Αν κουλλαθής χαίρε, διότι αυτά τα χέρια έχουν να εκτείνωνται με περισσοτέραν παρρησίαν εις τον Θεόν. Αν κουτσαθής χαίρε, διότι θέλεις χορεύει καλύτερα εις τον Παράδεισον. Αν λεπρωθή όλον σου το σώμα χαίρε, διότι έχει να αναστηθή ενδοξότερον, λαμπρότερον και ωραιότερον. Αν μετανοής και κλαίης δια τας αμαρτίας σου, χαίρε, διότι με τα δάκρυα αυτά θέλεις πλυθή από κάθε μολυσμόν και θέλεις αναστηθή καθαρώτερος. Και λοιπόν διατί φρίττεις και τρομάζεις τόσον πολύ την μετάνοιαν; Διατί αποφεύγεις τόσον κάθε λογής πειρασμόν και θλίψιν αντί να επιθυμής να έλθουν καταπάνω σου όλαι αι τιμωρίαι δια να δοκιμασθής τώρα εις αυτά, ωσάν το χρυσάφι και να αναστηθής λαμπρότερος;

Και τι νομίζεις; Ένας αναμάρτητος Ιησούς, ήτον ανάγκη να πάθη τόσα βάσανα, δια να έμβη εις την δόξαν, ήτις ήτο χρεωστουμένη εις το θείόν Του σώμα, δια πολλά αίτια. «Ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξαν αυτού;» (Λουκ. κδ' 26), και εσύ θέλεις να μη πάθης τίποτε και να έμβης εις την αυτήν δόξαν, αφ ου έγινες ανάξιος δια αυτήν τόσαις φοραίς όσαις ήμαρτες; Έβγαλε από τον νουν σου αυτήν την πλάνην ανάμεσα εις όλον το πλήθος των δικαίων, όπου ο θεολόγος Ιωάννης εις την Αποκάλυψίν του, κανένας δεν ηδυνήθη να απολαύση τόσην ευδαιμονίαν με άλλο πάρεξ με μίαν μεγάλην θλίψιν: «ούτοί εισιν οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης» (Αποκ. θ' 14), και εσύ θέλεις να γίνη δια λόγου σου μία καινούργια πόρτα εις τον Παράδεισον δια να περάσης ακόπως να χαίρεσαι με την ψυχήν και με το κορμί όλας τας τρυφάς του ουρανού, αφ ου εθεράπευσες τας αισθήσεις σου με όλας τας τρυφάς της γης;

Ανόητος όπου είσαι. Ένας Παύλος έχαιρε να συγκοινωνή εις τα παθήματα του Χριστού με τα βάσανα και να συμμορφώνεται με τον θάνατόν Του, δια να απολαύση την μέλλουσαν δόξαν της αναστάσεως: «ευρεθώ εν αυτώ έχων την κοινωνίαν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος αυτού εν τω θανάτω, είπως καταντήσω εις την εξανάστασιν των νεκρών» (Φιλιππ. γ' 10), και εσύ θέλεις να απολαύσης αυτήν την δόξαν της αναστάσεως τρώγωντας και πίνωντας και μη θέλωντας να δοκιμάσης καμμίαν θλίψιν και βάσανον; Πεπλανημένος όπου είσαι από τον κόσμον και από τον διάβολον. Ήξευρε γαρ, ότι καθώς ο άνθρωπος είναι διπλούς εκ ψυχής και σώματος, έτσι και η ανάστασις είναι διπλή, πρώτη και δευτέρα. Η πρώτη είναι της ψυχής, την οποίαν ενεργεί εις αυτήν η Χάρις του Αγίου Πνεύματος εν τη παρούση ζωή, δια μέσου της εργασίας των εντολών του Χριστού και της καθάρσεως των ψυχικών παθών και των σωματικών, περί της οποίας αναστάσεως γέγραπται εν τη Αποκαλύψει: «Αύτη η ανάστασις η πρώτη» (Αποκ. κ' 5). Η δευτέρα ανάστασις είναι του σώματος, ήτις μέλλει να γίνη εν τη συντελεία του κόσμου. Και όποιος αξιωθή απ εδώ να αναστηθή κατά την ψυχήν, ούτος δεν θέλει δοκιμάσει τον δεύτερον θάνατον, όπου είναι η κόλασις, αλλά θέλει αναστηθή με το σώμα, δια να ζήση και να συμβασιλεύση αιωνίως με τον Χριστόν, κατά την αυτήν Αποκάλυψιν: «μακάριος και άγιος ο έχων μέρος εν τη αναστάσει τη πρώτη.επί τούτων ο δεύτερος θάνατος ουκ έχει εξουσίαν» (Αποκ. κ' 6).

Όποιος δε απ εδώ δεν αναστηθή κατά την ψυχήν, αυτός κινδυνεύει, όχι να δοξασθή με την ανάστασιν του σώματος, αλλά να κολασθή με το σώμα, και με την ψυχήν. Λέγει γαρ ο μέγας Γρηγόριος, ο της Θεσσαλονίκης, ότι καθώς ο αληθινός θάνατος, ήτοι η αμαρτία, ο αίτιος του πρώτου και δευτέρου και προσκαίρου και παντοτεινού θανάτου της ψυχής και του σώματος άρχισε μέσα εις τον τόπον της ζωής, ήτοι εις τον Παράδεισον, έτσι και η αληθινή ζωή, ήτοι η αρετή και η μετά Θεόν ένωσις, πρέπει δια να αρχίση από τον τόπον του θανάτου, ήτοι από την παρούσαν ζωήν. Και όποιος αυτήν την ζωήν δεν σπουδάση να αποκτήση απ εδώ, ούτος ας μη απατά τον εαυτόν του με ελπίδες εύκεραις, ότι θέλει την λάβη εκεί: «ώστε και η όντως ζωή η και ψυχή και σώματι πρόξενος της αθανάτου και όντως ζωής, εν τω τόπω τούτω του θανάτου έξει την αρχήν και ο μη σπεύδων κτήσασθαι αυτήν κατά ψυχήν ενταύθα, μη κεναίς ελπίσιν απατάτω εαυτόν, ως λήψεται αυτήν εκεί» (Λόγος εις την Ξένην). Εντράπου λοιπόν αδελφέ, δια την αγνωσίαν όπου είχες τούτων των αληθειών και διότι ενόμισες πως έχεις να απολαύσης την μέλλουσαν δόξαν της αναστάσεως, χωρίς θλίψεις και βάσανα.

Όθεν μη αφίσης τον εαυτόν σου να πλανηθή πλέον. Κάμε απόφασιν από τώρα και εμπρός να παθαίνης μεν θεληματικώς κάθε κόπον αρετής.να υπομένης δε ευχαρίστως κάθε ακούσιον πειρασμόν, δια την ελπίδα της μελλούσης αναστάσεως όπου σε προσμένει. Καθώς και ο γεωργός δια την ελπίδα των καρπών υπομένει κόπους, χιόνας, βροχάς, χειμώνας και θέρη και ο πραγματευτής δια το κέρδος τρέχει επάνω και κάτω δια ξηράς και δια θαλάσσης. Και ο στρατιώτης δια την ελπίδα της νίκης δεν συλλογίζεται τελείως τον πόλεμον, και ο ασθενής δια την ελπίδα της υγείας πίνει μετά χαράς τα πικρά ιατρικά. Και επειδή ο Κύριος είναι η Ανάστασις και η Ζωή: «εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή.ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται» ι(Ιω. ια' 25), δια τούτο παρακάλεσαί Τον να εντυπώση μέσα εις την καρδίαν σου τούτον τον λογισμόν: «εγώ έχω βέβαια να αναστηθώ και συνδοξασθώ, με τον Ιησούν», λοιπόν πρέπει να ετοιμάζωμαι, ίνα με τούτον τον λογισμόν και την ελπίδα καθαρίζης τας αισθήσεις και όλα τα μέλη σου από κάθε λογής μολυσμόν και αμαρτίαν, καθώς είναι γεγραμμένον: «πας ο έχων την ελπίδα ταύτην επ αυτώ, αγνίζει εαυτόν, καθώς εκείνος αγνός εστι» (Α' Ιω. γ' 3). Και ούτω ποιών να ετοιμασθής απ εδώ με μίαν ζωήν καθαράν, αγίαν και αξίαν δια να λάβης εμπράκτως τέτοιαις εξαίρεταις επαγγελίαις εις τον καιρόν εκείνον.ήγουν δια να αναστηθής, όχι εις ανάστασιν κρίσεως, καθώς έχουν να αναστηθούν οι αμαρτωλοί, αλλά εις ανάστασιν ζωής, καθώς έχουν να αναστηθούν οι δίκαιοι: «και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες, εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες, εις ανάστασιν κρίσεως».(Ιω. ε' 29).