Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Ξέρουμε ότι ο θάνατος θα φτάσει κάποια μέρα. Πρέπει να φοβάμαστε;

Όχι μόνο το ξέρουμε, αλλά το διαπιστώνουμε καθημερινά με τη φυσική εξαφάνιση εκατοντάδων, χιλιάδων ανθρώπων, κάποιων πιο κοντά μας, κάποιων πιο ξεθωριασμένων από την απόσταση της πληροφόρησης που μας προσφέρει μια εφημερίδα ή μια τηλεοπτική εικόνα.

Η μεγάλη δοκιμασία παρουσιάζετα, όταν ο θάνατος μας αγγίζει άμεσα, είτε παίρνοντας αυτούς που θεωρούμε μέρος της ζωής μας είτε εμάς τους ίδιους. Τότε είναι πιθανόν όλο το σύστημα των καλά θεμελιωμένων ιδεών και επιχειρημάτων μας να γκρεμιστεί μπροστά στην ανικανότητα , την απελπισία , την ανησυχία και τη μοναξιά μπροστά σε μια δύναμη της Φύσης, ενάντια στην οποία τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε , ούτε εμείς ούτε οι ειδικοί στο να θεραπεύουν αρρώστους και πληγωμένους.
 
Αυτή είναι η στιγμή να τσεκάρουμε ποιοι είμαστε, τι πραγματικά σκεπτόμαστε και αισθανόμαστε. Είναι η στιγμή να αξιολογήσουμε τις δράσεις μας , τις αντιδράσεις μας. Είναι η στιγμή να κάνουμε έναν διάλογο μόνοι μας, ήρεμα, με τον εσωτερικό μας εαυτό και να συλλογιστούμε δίπλα του.
 
Γιατί ονομάζουμε ζωή μόνο αυτήν που εκδηλώνεται με φυσικά, υλικά σώματα; Και τι γίνεται με τα συναισθήματα μας, τις ιδέες μας, τα όνειρα μας, τις διαισθήσεις μας; Μήπως αυτά δεν αποτελούν ζωή;
 
Μπροστά στο φόβο θολώνει ο νους και μπορεί να φτάσουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε: αλλά ποιος με βεβαιώνει ότι όνειρα, ιδέες, συναισθήματα, δεν εξαφανίζονται μαζί με την απώλεια του υλικού μας σώματος;
 
Ας ξαναθυμηθούμε: μήπως εξαφανίζονται όλ’αυτά, όταν το σώμα μας, κοιμισμένο, ονειρεύεται τα βράδια; Όχι, αντίθετα, συνεχίζουμε το ίδιο ή ακόμα περισσότερο ζωντανοί, μιλώντας με άλλους, μετακινούμενοι από το ένα μέρος στο άλλο , χαρούμενοι ή δυστυχισμένοι ,ποθώντας πράγματα όπως πάντα, νιώθοντας τον εαυτό μας , όπως πάντα. Τότε, γιατί θα έπρεπε να τα εξαφανίσει ο θάνατος, ο οποίος είναι απλώς ένας πιο βαθύς και μακρύς ύπνος;
 
Μπροστά στο φόβο, πιστεύουμε ότι θα χάσουμε την επαφή με αυτά που αγαπάμε, είτε ανθρώπους είτε πράγματα, επιθυμίες, ιδανικά ή σχέδια. Γιατί; Μήπως τα δεσμά της ένωσης μας με ιδέες και ανθρώπους καθορίζονται μόνο από την ύλη; Δεν νιώσαμε ποτέ κοντά σε κάποιον παρά τη μεγάλη απόσταση; Δεν φτιάξαμε ποτέ μεγάλα κάστρα στο επίπεδο των ιδεών με τις καλύτερες επιθυμίες μας, χωρίς όμως να έχουμε φυσικά υλικά στα χέρια μας;
 
Τότε λοιπόν, γιατί να μην συνεχίζουμε να διατηρούμε σταθερά δεσμά μ’ εκείνους που φεύγουν από τη ζωή ή με εκείνους που μένουν; Γιατί μια μακριά κατάσταση ύπνου θα μας έκανε να χάσουμε όλα όσα πότισαν βαθιά τη ζωή μας, επηρεάζοντας όχι μόνο το σώμα αλλά και την πληρότητα του είναι μας;
 
Μπροστά στο φόβο, αμφιβάλλουμε αν οι νεκροί θα μπορέσουν να βρούν έναν καλό δρόμο στο υπερπέραν, κυρίως αν είναι οι δικοί μας νεκροί ή αν εμείς οι ίδιοι πρέπει να κάνουμε το νεκρικό ταξίδι. Γιατί; Μήπως δεν υπήρξαν ένα ή δύο πρόσωπα που μας βοήθησαν να γεννηθούμε; Έτσι αν κάποιος μας φρόντισε, όταν ήρθαμε σε αυτό το υλικό επίπεδο της ύπαρξης, γιατί θα πρέπει να λείψει αυτή η βοήθεια – κι ακόμη περισσότερη-όταν φτάσουμε σ’ εκείνη την άλλη όψη της ζωής που ονομάζουμε θάνατο; Εφόσον φτιάχνουμε λίγο-πολύ δεμένες οικογένειες σ’αυτή την πλευρά των πραγμάτων, γιατί να μην έχουμε συγγενείς και φίλους –και ακόμα περισσότερο αν τους έχουμε ήδη γνωρίσει–στην «άλλη πλευρά»;